Friday , November 17 2017
You are here: Home / featured / Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΙΝΑΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΙΝΑΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

0285bc0f6369c6489dba0c9c0508db30_L - Αντίγραφο ΜΕ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΜΑΡΤΙΝΑΙΩΝ ΠΟΥ ΕΖΗΣΑΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ 100 ΧΡΟΝΙΑ

Τέσσερις μῆνες πρὶν τὴν Μάχη τοῦ Μαρτίνου, τὸ φθινόπωρο τοῦ 1828, οἱ πρεσβευτὲς τῶν μεγάλων δυνάμεων εἴχαν διάσκεψη στὸν Πόρο καὶ συζήτησαν γιὰ τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος, καθορίζοντας αὐτὰ μέχρι τὸν Ἰσθμὸ τῆς Κορίνθου.
Ἔπρεπε νὰ ἀποδείξουμε ὅτι μὲ τὶς δικές μας δυνάμεις μποροῦμε νὰ ἐπεκτείνουμε τὰ σύνορα ἐπάνω ἀπὸ τὴν Λαμία, στὴν γραμμὴ Ἀμβρακικοῦ – Παγασητικοῦ.
Στὴν de facto αὐτὴ καταστάση συνέβαλε ἀνατρεπτικὰ ἡ μάχη τοῦ Μαρτίνου.
*****
Ὁ Ἀρχιστράτηγος τοῦ ἀγῶνος Δημήτριος Ὑψηλάντης διατάζει τὸν Βᾶσο Μαυροβουνιώτη, μὲ τὴν 6η χιλιαρχία, νὰ ἐγκατασταθῇ στὴν ὀχυρὰ καὶ στρατηγικὴ θέση τοῦ Μαρτίνου, ὅπως γράφει ὁ ἀγωνιστὴς καὶ συγγραφέας τοῦ ἀγώνος Νῖκος Κασομούλης.
Ὁ Μαχμοὺτ πασᾶς ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Λαμία μετὰ τοῦ Καριοφίλ-μπέη (ποὺ εἶναι Τουρκαλβανός) μὲ 4000 πεζοὺς καὶ 600 ἱππεῖς.
*****
Στὸ ἄκουσμα τῆς καθόδου τῆς στρατιᾶς τοῦ Μαχμοῦτ ὁ πληθυσμὸς τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος πανικοβάλλεται καὶ ἐγκαταλείπει τὶς ἑστίες του, μετακινῶντας καὶ τὰ κοπάδιά τους, σὲ ἀπρόσιτες περιοχές, ὅπως ἐπίσης καὶ ἀρκετοὶ φεύγουν γιὰ τὰ νησιά.
Ὁ Μαχμοὺτ προελαύνει πρὸς νότον, σπέρνοντας τὸν φόβο καὶ τὸν τρόμο.
Καταλαμβάνει τὶς Θερμοπῦλες, τὴν Ἄμπλιανη, τὸ Κάστρο τῆς Μπουδουνίτσας καὶ τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, 24-12-1828, ἔφθασε στὸ Τουρκοχῶρι.
Ὁ Μαχμοὺτ θέλει νὰ ἐνωθῇ μὲ τὸν Ὀμὲρ πασᾶ τῆς Χαλκίδος στὴν Θήβα, ἀλλὰ κρατάει μυστικὸ τὸ ποιὰ διαδρομὴ θὰ ἀκολουθήση.
Μπαίνει στὴν Λειβαδιά, ἡ ὁποία ἔχει ἐκκενωθεῖ, ἀπὸ τὸν Χατζηπέτρο καὶ τὴν φρουρά, ἀποφασίζοντας νὰ κτυπήσῃ τὸ Μαρτῖνο, καὶ στέλνει μήνυμα στὸν Ὀμὲρ πασᾶ τῆς Χαλκίδος νὰ κτυπήσῃ καὶ αὐτὸς τὸ Μαρτῖνο.
Δύο στρατιές, ἂν κτυποῦσαν τὸ Μαρτῖνο θὰ ἤταν ἀδύνατο νὰ ἀντέξῃ, ἀλλὰ εἴτε ἡ κακὴ συνεννόησις, εἴτε ὅτι ὁ Μαχμοὺτ ἤθελε νὰ δρέψῃ μόνος του τὶς δάφνες, τὸν ὁδήγησαν στὸν νὰ προχωρήσῃ ταχύτερα πρὸς τὸ Μαρτῖνο.
Περνάει τὸν Ὀρχομενό, τὴν Σκριποῦ, τὸ Λοῦτσι καὶ φθάνει, μέσῳ Δένδρης, κοντὰ στὴν Τσούκα τοῦ Μαρτίνου, ἐκεῖ ποὺ σήμερα ἡ ΛΑΡΚΟ κάνει ἐξορύξεις.
Ἐκεῖ γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ ἐμπροσθοφυλακὴ τοῦ Μαχμοῦτ, ἀπὸ τὰ παρατηρητήρια τοῦ Μαυροβουνιώτου, ποὺ ἦσαν στὸν λόφο τῆς Τσούκας μὲ τὰ αἰωνόβια δένδρα (πεῦκα).
Ἀμέσως εἰδοποιεῖται ὁ Μαυροβουνιώτης, ὁ ὁποῖος καταφθάνει ἔφιππος μὲ ὁμάδα ἀνδρῶν, παρατηρεῖ τὴν διατάξη τῆς Τουρκικῆς στρατιᾶς καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι οἱ Τούρκοι εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ ἐπιτεθοῦν.
Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἐμπροσθοφυλακὴ τῶν Τούρκων πλησίαζε πολὺ καὶ συνεπλάκησαν μὲ Ἕλληνες.
Ἔχοντας ἔναν πληγωμένο ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν Ἑλλήνων, οἱ Ἕλληνες ὑπεχώρησαν τακτικὰ καὶ γύρισαν στὸ Μαρτῖνο, ὅπου πιὰ ὁ Μαυροβουνιώτης ἐπιθεώρησε καὶ συμπλήρωσε τὰ ὀχυρωματικά του ἔργα.
Ὁ Μαχμοὺτ ἔφθασε τὸ σούρουπο στὸ Μαρτῖνο καὶ στρατοτέδευσε δυτικὰ – ἀπὸ τὸ χωριὸ – ὅπως γράφουν ὅλοι οἱ συγγραφεῖς.
*****
0285bc0f6369c6489dba0c9c0508db30_LΔυτικὰ τοῦ χωριοῦ μόνον ἔνας χῶρος ἤταν ἀνοικτὸς γιὰ νὰ στρατοπεδεύσῃ μιὰ τέτοια στρατιά. 
(Δὲν θὰ μποροῦσε ἐπάνω στὰ βράχια τοῦ προφήτου Ἠλία νὰ στρατοπεδεύσῃ), αὐτὸς λοιπὸν ὁ χῶρος εἶναι ἐδῶ ποὺ εὑρισκόμεθα σήμερα, στὸ ἀμφιθέατρο καὶ ἡ μεγάλη πλατεῖα μπροστὰ ἀπὸ τὰ σχολικὰ κτίρια καὶ τὸν ἀνδριάντα τοῦ Μαυροβουνιώτου, ἐνῶ τὸ χωριὸ τότε περιορίζετο πολὺ πιὸ κάτω, ἐπάνω ἀπὸ τὸ παλαιὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο.
Ἐδῶ ποὺ στρατοπέδευσε ὁ Μαχμοὺτ ὑπῆρχαν, μέχρι τὶς ἡμέρες τῶν πατεράδων μας, τὰ ἁλώνια τῶν σιτηρῶν (Λὶμθ = Ἁλώνια).
Ὁ Μαυροβουνιώτης βλέποντας τὸν ὄγκο τῆς τουρκικῆς στρατιᾶς τοῦ Μαχμοῦτ, ποὺ ἀποτελεῖτο ἀπὸ 3000 πεζοὺς καὶ 600 ἱππεῖς, ἔστειλε ἀγγελιοφόρο στὸν Εὐμορφόπουλο, ποὺ ἦταν στὸ Γαϊδουρονῆσι τῆς Ἀταλάντης, μὲ τὴν χιλιαρχία του, νὰ ἔλθῃ τὴν πρωία τῆς 29ης Ἰανουαρίου τοῦ 1829, στὸ Μαρτίνο γιὰ ἐνισχύσεις.
Αὐτὸς ὅμως δὲν ἦλθε, παρὰ μόνον ὁ ἑκατόνταρχος Γ. Σκουρτανιώτης, μὲ 100 Θηβαίους, παραβιάζοντας τὴν διαταγή, ἦλθαν, ὅπως θὰ δοῦμε, νὰ βοηθήσουν.
Θὰ περιγράψουμε τὴν μάχη ὅπως τὴν ἀναφέρουν οἱ συγγραφείς Ν. Κασομούλης, Γ. Τσεβάς, καιΤριαντάφυλλος Παναγιώτου, ἀλλὰ καὶ βασιζόμενοι σὲ κάποιες μαρτυρίες γερόντων Μαρτιναίων, που μερικοὶ ἔζησαν περισσότερο ἀπὸ 100 χρόνια, ὅπως ὀ Σπῦρος Παπαϊωάννου καὶ ὁ Γ. Πύλλιας.
*****
Ἀναφέρεται ὅτι τὴν πρωία τῆς 29ης Ἰανουαρίου 1829 οἱ Τοῦρκοι, μετὰ τὴν καθιερωμένη προσευχή, ἐπετέθησαν τρεῖς φορές, ἀπεκρούσθησαν ἐπιτυχῶς καὶ τὴν τετάρτη ἐτράπησαν σὲ φυγή.
Μὲ τὴν ἐκδοχὴ αὐτὴ φαίνεται ὅτι τὸ Μαρτῖνο ἤταν ὀχυρωμένο καὶ περιφερειακὸ (Ν. Κασομούλης: «εἰς τὸ ὀχυρὸν τοῦτο χωρίον»ν) καὶ ὁ Μαυροβουνιώτης ἀφήνει στὴν περιφέρεια καὶ στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ τὸν πεντακοσίαρχον Τριαντάφυλλον Τζουρᾶ.
Ἀλλὰ ὁ σεισμὸς τοῦ 1894, ποὺ ἀποδίδεται στὸ ῥῆγμα τῆς Ἀταλάντης, ἰσοπέδωσε τὸ χωριὸ τῆς νίκης καὶ δεν ἄφησε ἴχνη γιὰ νὰ ἀξιολογήσουμε ἐμεῖς σήμερα τὴν ὀχύρωση τοῦ Μαρτίνου (ποὺ ἴσως νὰ εἴχαν κτισθῆ καὶ οἱ περιφερειακοὶ δρόμοι.)
Οἱ παλαιοὶ Μαρτιναῖοι μαρτυροῦν ὅτι οἱ Τούρκοι μιὰ φορὰ μπῆκαν στὸ Μαρτῖνο καὶ ἐξῆλθαν κυνηγημένοι.
Ὁ ἴδιος ὁ Μαχμοὺτ δὲν μπῆκε στὸ Μαρτῖνο, διότι ἂν ἔμπαινε πιθανότατα νὰ τὸν εἶχαν σκοτώση, ἀλλὰ ἔφιππος συντόνιζε τὴν μάχη ἀπὸ τὰ ἁλώνια, ὅπου εἶχε στρατοπεδεύση, ἐδῶ ποὺ σήμερα εἶναι ὁ ἀνδριάντας τοῦ Μαυροβουνιώτου, καὶ περίμενε νὰ καταστρέψουν τὸ Μαρτῖνο οἱ ἄνδρες του, γιὰ νὰ περάσῃ νικητής, ἐν μέσῳ πτωμάτων καὶ ἐρειπίων.
Ἡ σωστότερη ἐκδοχή, που ὑποστηρίζουν καὶ οἱ μαρτυρίες γερόντων Μαρτιναίων, εἶναι: ὅτι ὁ Μαυροβουνιώτης ἔστειλε μιὰν ὁμάδα ἀπὸ Μαρτιναίους βοσκούς, μὲ τὸ κοπάδι τους, τὸ ὁποῖο τὸ κατηύθυναν μέχρι τὸ στρατόπεδο τῶν Τούρκων καὶ ἐμφανίσθηκαν τὸ πρωὶ σὰν να πήγαιναν νὰ μαζέψουν τὰ πρόβατά τους.
Τὸ ἰππικὸ τῶν Τούρκων, τὸ ὁποῖο ἦταν ἤδη ἔτοιμο γιὰ ἔφοδο, κυνήγησε τοὺς βοσκοὺς γιὰ νὰ τοὺς αἰχμαλωτίσῃ, ἀλλὰ τὰ ἄλογα μπερδεύτηκαν μὲ τὸ κοπάδι καὶ οἱ βοσκοὶ βρῆκαν τὸν χρόνο νὰ ἀπομακρυνθοῦν, ὑποχωρῶντας καὶ πυροβολῶντας.
Στὸ ἄκουσμα τῶν πυροβολισμῶν, ὅλο τὸ ἰππικὸ τῶν Τούρκων ἀκολούθησε τοὺς ἀρματωμένους βοσκοὺς μέχρι τὸ κέντρο τοῦ χωριοῦ, ὅπου ἐκεῖ κρύφτηκαν στὰ σπίτια καὶ ἐνώθηκαν μὲ τοὺς ἄλλους ἀμυνομένους.
Οἱ Μαρτιναῖοι εἴχαν κτίση τὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν καὶ τὰ παράθυρα μέχρι τὴν μέση, κάνοντάς τα πολεμίστρες, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ οἱ γυναῖκες γέμιζαν τὰ καρυοφύλλια καὶ οἱ ἄνδρες σκόπευαν καὶ πυροβολοῦσαν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν εἴχαμε κάποιον νεκρό, ἐκτὸς τοῦ πληγωμένου τῆς πρώτης ἡμέρας, στὸ δυτικὸ μέρος τοῦ πετροκτίστου οἰκισμοῦ τῆς Τσούκας, ὁ ὁποῖος τελικῶς ὑπέκυψε στὰ τραύματά του.
Ὁ Μαυροβουνιώτης εἶχε κατανείμη τὸν στρατό του στὸ κέντρο τοῦ χωριοῦ καὶ στὴν πλατεῖα, γύρω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, μὲ ἐνισχυμένο τὸ ἀνατολικὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκετο ἡ πεντακοσιαρχία τοῦ Γιάννη Κλίμακα, μέσα στὴν ὁποία πολεμοῦσε καὶ ὁ ἐκατόνταρχος Μαυροδῆμος Στᾶμος (Μαρτιναῖος ὁπλαρχηγός, ὁ ὁποῖος εἶχε 100 ἁρματωμένους Μαρτιναίους ὑπὸ τὶς διαταγές του καὶ ἐλάβανον μέρος ὅπου τοὺς καλοῦσε ἡ πατρίδα.)
Ἡ χιλιαρχία τοῦ Μαυροβουνιώτου ἀποτελεῖτο ἀπὸ δύο πεντηκοσιαρχίες, τοῦ Τζουρὰ καὶ τοῦ Κλίμακα.
Ὁ ἴδιος ὁ Μαυροβουνιώτης, μὲ μιὰν ὁμάδα ἐμπειροπολέμων στρατιωτῶν, ἤταν ταμπουρωμένος στὴν ἄλλη πλατεῖα μὲ τὰ πλατάνια, ὅπου καὶ τὸ μνημείο τοῦ ἀγνώστου στρατιώτου σήμερα, στὸ ἀνατολικὸ αὐτὸ μέρος, ὅπου σήμερα εἶναι τὰ σπίτια τοῦ Ναστοῦ, τοῦ Ἀριστοτέλους, τοῦ Παπαγεωργίου καὶ τοῦ Καραμάνη.
Ἐπίσης κατὰ μῆκος τοῦ κεντρικοῦ δρόμου, ἀπὸ τὴν ἐκκλησία μέχρι τὴν πλατεῖα τοῦ ἀγνώστου στρατιώτου, εἴχαν ἀναπτυχθῆ καὶ ταμπουρωθῆ στὰ σπίτια ἀνώνυμοι στρατιῶτες καὶ ἀνώνυμοι κάτοικοι τοῦ Μαρτίνου, ποὺ πολεμοῦσαν «ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν»
Στὴν μάχη συμμετεῖχαν καὶ μερικοὶ Μαρτιναῖοι ἐπώνυμοι, ποὺ ἔμειναν τὰ ὀνόματά τους ἀπὸ τὶς αἰτήσεις πολεμικῶν ἀποζημιώσεών, τὶς ὁποῖες εἴχαν καταθέση στοὺς ἐπάρχους Θηβῶν καὶ Ἀταλάντης.
Μεταξὺ αὐτῶν ὁ Μαρτιναῖος πεντηκόνταρχος Ἀγγελῆς Δῆμος, ποὺ εἶχε πενήντα Μαρτιναίους ὑπὸ τὶς διαταγές του.
Ἕνας ἄλλος Μαρτιναῖος, ὁ Δῆμος Βέργος, ἐπίσης πεντηκόνταρχος, εἶχε καὶ αὐτὸς πενήντα Μαρτιναίους ἀρματωμένους ὑπό τις διαταγές του.
Μαζύ τους κι ἔνας ἀκόμη Μαρτιναῖος στρατιώτης, ὁ Λουκᾶς Ν. Κοῦρος, ποὺ θὰ τὸν συναντήσουμε στὰ ἀρχεῖα τῶν ἐπάρχων, σὰν «Λουκᾶς Νικολάου ἢ Κοῦρος», ἦταν ὁ Μαρτιναῖος, ποὺ πολέμησε γενναία στὴν μάχη σῶμα μὲ σῶμα.
Ὁ γιὸς τοῦ ἀγωνιστοῦ ἤταν μετέπειτα συμβολαιογράφος Ἀταλάντης.
Τὸ πραγματικό τους ἐπίθετο ἤταν Νικολάου. 

Τὸ Κοῦρος τὸ ἀπέκτησε ἀπὸ τὸν Καραϊσκάκη, ποὺ τὸν παρομοίαζε σὰν τοὺς Κούρους, τὰ ἀρχαῖα ἀγάλματα, λόγω τῶν σωματικῶν του διαπλάσεων.
Οἱ ἀπόγονοί του σήμερα στὸ Μαρτῖνο φέρουν τὸ ἐπίθετο Κοῦρος.
Ἐπίσης πολέμησε ὁ Μαρτιναῖος στρατιώτης Δῆμος Βόλης, ὁ ὁποῖος κατήγετο ἀπὸ τὸ Μαρτῖνο ἀλλὰ διέμενε στὸ Μουρίκι τῆς Βοιωτίας. Αὐτὸς μόλις ἔμαθε ὅτι κινδύνευε τὸ Μαρτῖνο, ζώστηκε τὰ ἅρματα καὶ ἠγωνίσθη γενναία μέχρι τὸ τέλος τῆς μάχης. Τὴν μαρτυρία αὐτὴ ὑπογράφουν ἀργότερα ὁ Μαυροβουνιώτης καὶ ὁ Μαυροδῆμος, τὴν 5η Ὀκτωβρίου τοῦ 1846.
Γιὰ ὅλα τὰ ὀνόματα τῶν ἀγωνιστῶν ὑπάρχουν σήμερα ἀπόγονοι στὸ Μαρτῖνο, ἐκτὸς τοῦ Μαυροδήμου, ποὺ ἀκολούθησε τὸ στρατιωτικὸ ἐπάγγελμα καὶ μετεκόμισε στὴν Λαμία.
Τὸ σπίτι τοῦ Μαυροδήμου ἤταν ἕνα χαμόσπιτο, στὸ τετράγωνο ποὺ εἶναι τὰ σπίτια τοῦ Παλλήκαρη, τοῦ κ. Τσούτουλα τοῦ Ναστοῦ.  Κάπου ἐκεῖ γεννήθηκε ὁ Μαυροδῆμος Στᾶμος καὶ στὰ 17 του χρόνια ἦταν κλέφτης.
Μετὰ τὸν σεισμὸ τοῦ 1894 τὸ σπίτι του δὲν ξανακτίσθηκε καὶ οἱ συγγενεῖς ἔφυγαν γιὰ τὸ Ἀκραίφνιο, ὅπου ἐκεῖ εἶναι ἀκόμη καὶ σήμερα.
(Καὶ τώρα)
τὸ χρονικὸ τῆς μάχης ὅπως τὸ ἀναφέρουν γέροντες Μαρτιναῖοι, ποὺ δὲν διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὶς περιγραφὲς τῶν ἱστορικῶν.
Τὸ ἱππικὸ τῶν Τούρκων ἀκολουθεῖ τοὺς βοσκούς, ποὺ στὴν πραγματικότητα μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἐμπειροπόλεμοι στρατιῶτες, καὶ εἰσέρχεται, χωρὶς νὰ καταλάβῃ κάτι, μέχρι τὴν κεντρικὴ πλατεῖα τοῦ χωριοῦ, μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῶν Ταξιαρχῶν.
Ἀπόλυτη σιγὴ ἐπικρατεῖ.
Μόνον οἱ ὀπλὲς τῶν ἀλόγων ἀκούγονται!
Οἱ Τοῦρκοι νομίζουν ὅτι τὸ χωριὸ ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ.
Ἕνας ἄνδρας ἡγεῖται τοῦ ἱππικοῦ τῶν Τούρκων. Στέκεται μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ μὲ μέτωπο πρὸς τὰ ἀνατολικὰ σπίτια (ἴσως κάτι νὰ εἶδε μέσα στὰ σπίτια) καὶ μιλᾶ  στὰ ἀρβανίτικα πρὸς τοὺς Μαρτιναίους, λέγοντας: «Ὅσοι κρύβονται στὰ σπίτια νὰ παραδοθοῦν, γιατὶ ἀλλοιῶς θὰ σᾶς κάψουμε ζωντανούς.»
*****
Οἱ Μαρτιναίοι τοῦ ἀπήντησαν μὲ ἔνα δεύτερο «Μολὼν Λαβέ».
Τὸν ἔβρισαν στὴν γλῶσσα του ἐνῶ  δευτερόλεπτα πρὶν προλάβῃ νὰ ἀντιδράσῃ, ἀκούστηκε πυροβολισμὸς καὶ μιὰ σφαίρα, ποὺ ἦλθε ἀπὸ τὰ σπίτια, ποὺ εἶναι δίπλα στὴν ἐκκλησία (ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴ πλευρά, ἐκεῖ ποὺ σήμερα εἶναι τὰ σπίτια τοῦ Θεοδώρου τοῦ Καβάλα καὶ τοῦ Λέκα), τὸν κτύπησε στὸ κεφάλι.
Ἀπὸ ἔνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ σπίτια, ὅπου εἶχαν ταμπουρωθῆ ὁ ἑκατόνταρχος Μαυροδῆμος μὲ 100 ἀρματωμένους Μαρτιναίους, προῆλθε ἡ σφαῖρα ποὺ βρῆκε τὸν Τουρκαλβανὸ στὸ κεφάλι, ὁ ὁποῖος πέφτει νεκρός, μπροστὰ ἀπὸ τὸ ἄλογό του, στὸ χῶμα.
Τότε μιὰ φωνὴ ἀκούγεται ἀπὸ ὄλες τις πλευρές, γύρω ἀπὸ τὴν πλατεῖα καὶ πιὸ πέρα ἄκομα, «φωτιά»!!!
Καὶ ἔνας καταιγισμὸς πυρὸς σωριάζει σχεδὸν τοὺς μισοὺς καὶ παρὰ πάνω καβαλαρέους Τούρκους στὸ χῶμα.
Οἱ Τούρκοι λυσσομανοῦν καὶ προσπαθοῦν να σκαρφαλώσουν στὰ σπίτια.
Τὸ πυκνὸ ὅμως ντουφεκίδι ἀπὸ τὰ σπίτια-πολεμίστρες τοὺς ἀποδεκατίζει.
Δεύτερη καὶ τρίτη φορὰ ἐπιτίθενται, μὰ οἱ περισσότεροι πέφτουν νεκροί.
Προσπαθοῦν νὰ βροῦν ὀδὸ διαφυγῆς, μὰ βρίσκουν τοὺς παραδρόμους τοῦ κεντρικοὺ δρόμου, μὲ τὰ στενὰ σοκάκια, ὅπως εἶναι καὶ σήμερα, κτισμένους μὲ πέτρες καὶ λάσπη. Ὁ μόνος δρόμος ποὺ τοὺς ἔχει ἀπομείνει εἶναι ὁ ἴδιος δρόμος ποὺ μπῆκαν στὸ Μαρτῖνο. Ἄλογα ἀφηνιασμένα, χωρὶς ἀναβᾶτες, στριφογυρίζουν χλιμιντρίζοντας καὶ ποδοπατῶντας τὸ πεζικὸ τῶν Τούρκων, ποὺ ἀκολουθοῦσε τὸ Ἰππικό.
Καταλαμβάνονται ἀπὸ πανικὸ καὶ τρέπονται σὲ φυγή.
Ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ Μαυροβουνιώτης καὶ ἄλλοι ἀγωνιστὲς βγῆκαν ἀπὸ ταμπουρωμένα σπίτια, μὲ γυμνὰ ξίφη, καὶ ὅρμησαν ἐπάνω στοὺς Τούρκους, ποὺ ἔφευγαν τρέχοντας, ὁ καθενὰς γιὰ νὰ σώσῃ τὸν ἑαυτό του.
Ἐκεῖ στην πλατεῖα, ποὺ σήμερα ὀνομάζεται Πλατεία 29ης Ἰανουαρίου, μὲ τὰ πλατάνια, ἔγινε μεγάλη σφαγή,
Στὴν πρώτη πλατεῖα, μπροστὰ στὴν ἐκκλησία, ἔπεσαν ἐπίσης πολλοὶ Τοῦρκοι νεκροί, ἀλλὰ δὲν ἐδόθη μάχη σῶμα μὲ σῶμα. Γι’ αὐτὸ δὲν εἴχαμε ἐκεῖ κάποιον νεκρό. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἦσαν ταμπουρωμένοι στὰ σπίτια καὶ πυροβολοῦσαν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς καὶ οἱ περισσότεροι Τοῦρκοι νεκροὶ ἦσαν καβαλαρέοι, ποὺ ἔδιναν καλλίτερο στόχο.
Γι’ αὐτὸ ὑποστηρίζουν ὅτι ἂν ὁ Μαχμοὺτ ἔμπαινε μέσα στὸ Μαρτῖνο θὰ ἐγίνετο ἀμέσως ἀντιληπτὸς ἀπὸ τοὺς ἐλευθέρους σκοπευτὲς, ἀπό τὶς πολεμίστρες τῶν σπιτιῶν, καὶ θὰ φονεύετο, διότι φυσικὰ θὰ ἦταν ἔφιππος, ἐφ΄  ὅσον δὲν θὰ μποροῦσε ἔνας πασσᾶς νὰ ἐρχόταν πεζός.
Ἀλλὰ καὶ στὴν πλατεῖα μὲ τὰ πλατάνιά, ποὺ ἐδόθη ἡ μάχη σῶμα μὲ σῶμα, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Μαυροβουνιώτη, οἱ Τοῦρκοι δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἀντισταθοῦν, ἐφ΄ ὅσον εἴχαν καταληφθῆ ἀπὸ φόβο καὶ ἔτρεχαν νὰ σωθοῦν.
Κι ἐκεῖ δὲν εἴχαμε κάποιον νεκρὸ Ἕλληνα.
*****
Τὴν χρονικὴ αὐτὴ στιγμὴ ἔφθασε καὶ ὁ ἑκαντόταρχος Γ. Σκουρτανιώτης μὲ 100 Θηβαίους, ἀπὸ τὸ Γαϊδουρονήσι τῆς Ἀταλάντης, παραβιάζοντας τὴν διαταγὴ τοῦ Εὐμορφοπούλου.
Μέσα στην ἑκατονταρχία τῶν Θηβαίων τοῦ Γ. Σκουρτανιώτη ἦταν καὶ ὁ Μαρτιναῖος Ἰωάννης Κόλια (μαρτυρία ἐπάρχου Θηβῶν 17-4-1865).
Εἶχε γεννηθῆ στὸ Μαρτῖνο καὶ διέμενε στὸ Ἀκραίφνιο τῶν Θηβῶν καὶ παρῴτρυνε τὸν ἑκατόνταρχον Γ. Σκουρτανιώτη νὰ ἔρθουν καὶ νὰ πολεμήσουν στὸ Μαρτῖνο, ὅπου κινδύνευε ἡ πατρογονική του ἑστία.
Ὁ Μαυροβουνιώτης κυνήγησε τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὴν πλατεῖα μὲ τὰ πλατάνια στὸν ἀνηφορικὸ δρόμο πρὸς τὸ στρατόπεδο τῶν Τούρκων στὰ ἁλώνια, χωρὶς νὰ τοὺς δόσῃ τὴν εὐκαιρία νὰ ἀνασυνταχθοῦν, ὁπότε αὐτοὶ ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ Μαρτῖνο κυνηγημένοι, παρέσυραν καὶ τὶς ἐφεδρίες, ἀλλὰ καὶ τὸν  Μαχμούτ, σὲ ἄτακτο φυγή.
Βασικὰ ἡ μάχη μέσα στὸ Μαρτῖνο ἐπισφραγίστηκε μὲ τὴν κατάληψη τοῦ στρατοπέδου τῶν Τούρκων, ἐδῶ, στὴν μεγάλη πλατεῖα στὰ ἁλώνια, ὅπου σήμερα βρίσκεται τὸ ἄγαλμα τοῦ Βάσου Μαυροβουνιώτου.
*****
Γέροντες Μαρτιναῖοι λέν ὅτι ἡ σκηνὴ τοῦ Μαχμοὺτ ἤταν ἐδῶ, στὴν μεγάλη πλατεῖα καὶ δίπλα, στὸν δρόμο πρὸς τὴν Τσούκα.
Ὁ Μαυροβουνιώτης ὄρμησε νὰ τὸν αἰχμαλωτίσῃ ἀλλὰ ὁ Μαχμοῦτ ἔφυγε ἔφιππος μαζὺ μὲ τὶς ἐφεδρεῖες καὶ τὰ ὑπολείμματα τῆς στρατιᾶς του. Τὰ λάφυρα ποὺ ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν Ἑλλήνων ἤσαν πολλά: ἄλογα, σκηνές, ὅπλα, σπαθιὰ καὶ πολλὰ βαρέλια μὲ μπαρούτι, ἐνῶ οἱ τουρκικὲς σημαῖες ἀνήρχοντο, ὅπως μᾶς μεταφέρουν συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, σὲ ἑννέα.
Τὸ 1983 ὑπήρχε ἀκόμη μία σημαία τουρκικὴ στὴν προεδρία τῆς δημοκρατίας καὶ μία στὸ πολεμικὸ Μουσεῖο, ἐπὶ τῆς Βασιλίσσης Σοφίας.
Ἡ καταδιώξις βέβαια συνεχίσθηκε (Ν.Κασομούλης)  -ἕως 1-1/2 ὤρα πέραν τοῦ Μαρτίνου, μὲ αἰχμαλωτισμένα τὰ ἄλογα τῶν Τούρκων στὸ Μοναχοῦ καὶ πέρα ἀπὸ τὴν Τσούκα, πυροβολώντας καὶ ἀποδεκατίζοντας τοὺς ἐχθρούς.
Μὰ ἐκεῖ ἔνας ἄλλος ἐχθρὸς περίμενε τοὺς Τούρκους γιὰ νὰ τοὺς ἀποτελειώσῃ: ἤταν ὁ χειμῶνας.
«Αἰφνιδίως ἀνέσκυψε βαρὺς χειμών», γράφει ὁ συγγραφέας τοῦ αγώνος, Ν. Κασομούλης.
Μαρτυρίες γερόντων λέγουν ὅτι ὁ Μαυροβουνιώτης γύρισε πίσω στὸ Μαρτῖνο καὶ ἔσφαξαν ἀρνιὰ καὶ γλέντησαν μέχρι τὸ πρωί, ἐνῶ τὸ χιόνι εἶχε σκεπάση τὰ πάντα, μέχρι τὶς στέγες τῶν σπιτιῶν, διακόπτοντας κάθε ἐπικοινωνία μὲ τὸ Μαρτῖνο.
Αὐτὸ ἦταν ποὺ συνετέλεσε στὸ νὰ μὴν μεταδοθῇ ἀμέσως ἡ νίκη στὸ Μαρτῖνο, ἀρχίζοντας νὰ ξεχνιέται ἀπὸ τὴν γέννησή της.
Καὶ νὰ τὶ γράφει ἔνα ἀνακοινωθὲν τοῦ Γενικοῦ στρατοπέδου τῶν Ἑλλήνων στὴν Ἀράχωβα, ὅπου ἔκανε ὀκτὼ ἡμέρες νὰ φθάσῃ τὸ ἄγγελμα τῆς νίκης:
Ἀράχωβα 6 Φεβρουαρίου 1829
«ἐχθές, παρ’ ἐλπίδαν, ἔφθασαν ἐδῶ, καταπαγωμένοι, δύο στρατιῶται ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ ἀρχηγοῦ Βάσσου, φέροντας ἀγγελίας χαροποιὰς καὶ σπεύδω νὰ ἀναγγείλῳ μιὰ λαμπρὰν νίκην τοῦ σώματος τούτου εἰς Μαρτῖνον»
Γέροντες Μαρτίνου λέγουν: ὅτι ἐπίσης νεκροὶ Τούρκοι ὑπῆρχαν καὶ μετὰ τὸ λειώσιμο τοῦ χιονιοῦ, ποὺ δεν μετρήθηκαν, σποραδικὰ κατὰ μῆκος τοῦ δρόμου ἀπὸ τὸ Μαρτῖνο πρὸς τὴν Τσούκα, καθὼς τοὺς κυνηγοῦσαν καὶ τοὺς πυροβολοῦσαν.
450 νεκροὶ Τοῦρκοι καὶ παρὰ πολλοὶ τραυματίες ἤταν ὁ ἀπολογισμὸς τῆς ἐπιθέσεως τοῦ Μαχμοῦτ στὸ Μαρτῖνο.
Λίγο μετὰ τὸ τέλος τῆς μάχης ἐμφανίσθηκε καὶ ὁ στρατὸς τοῦ Ὀμὲρ πασᾶ τῆς Χαλκίδος, στὸ γειτονικὸ χωριὸ Κόκκινο καὶ μαθαίνοντας γιὰ τὴν συντριβὴ τοῦ Μαχμοῦτ δὲν τόλμησε νὰ ἐπιτεθῇ, ἐπιστρέφοντας πίσω.
Ὅλους τοὺς Τούρκους νεκροὺς οἱ Μαρτιναῖοι τοὺς ἔθαψαν 150 μέτρα περίπου βόρεια ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ εὑρίσκεται σήμερα τὸ μνημεῖο τοῦ ἀγνώστου στρατιώτου,  στὴν πλαγιὰ τοῦ ῥέματος.
Πίσω ἀπό τις μαρτυρίες τῶν γερόντων Μαρτιναίων ὑπάρχει καὶ μιὰ ἱστορικὴ ἀλήθεια, για τὸν ἑκατόνταρχο Μαυροδῆμο Στᾶμο, ποὺ λέγεται πὼς σκότωσε τὸν ἀρχηγὸ τοῦ ἱππικοῦ.
*****
Οἱ ἱστορικοὶ γράφουν ὅτι παρασημοφορήθηκε καὶ ἀνδραγάθησε ὁ Μαυροδῆμος.
Δὲν μᾶς λέγουν ὅμως τὸ γιατί!
Δεύτερη περίπτωσις γιὰ τὸν ἀρχηγὸ τοῦ ἱππικοῦ, τὸν Ἀλβανὸ Καρδιοφίλμπεη, ποὺ ἔκανε τὸ μοιραῖο λάθος καὶ ὁδήγησε τὸν στρατὸ τοῦ Μαχμοῦτ μέσα στὸ Μαρτῖνο καὶ πυροβολήθηκε καὶ σκοτώθηκε μπροστὰ στὴν ἐκκλησία, οἱ ἱστορικοὶ γράφουν:
Ν. Κασομούλης «Εἰς ἐκ τῶν πρωτίστων τῶν Τούρκων ἐφονεύθη εἰς τὸ Μαρτῖνο».
Γ. Τσεβᾶς «ὁ δεύτερος τῇ ἱεραρχίᾳ τῶν Τούρκων», καθὼς καὶ ὁ
Τριαντάφυλλος Παπαναγιώτου «Ἕνας ἀπὸ τοὺς πρωτίστους τῶν Τούρκων»
Ἦταν ὁ Τουρκαλβανὸς Καριοφίλμπεης, ποὺ εἶχε ξεκινήση μαζὺ μὲ τον Μαχμοὺτ ἀπὸ τὴν Λαμία, καὶ ἤταν ὁ δεύτερος στὴν ἱεραρχία τῆς τουρκικῆς στρατιᾶς.
*****
Ἀνατολικὴ ὀχύρωσις.
Ο Βάσως Μαυροβουνιώτης ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀνδρεία τοῦ εἶχε καὶ στρατηγικὸ μυαλό.
Ὅσες μάχες σχεδίασε μόνος του, ἤσαν ὄλες νικηφόρες.
Ἡ περίπτωσις τοῦ Μαρτίνου.
Ὁ Βάσσος Μαυροβουνιώτης εἶχε προδιαγεγραμμένη τὴν νίκη στὸ μυαλό του, εἶχε ὀχυρώση καὶ ἐπανδρώση περισσότερο τὴν ἀνατολικὴ πλευρά, μὲ ἀμυντικὴ γραμμὴ τὸν κεντρικὸ δρόμο, ἴσως καὶ  λίγο πιὸ πέρα, ποὺ συνδέει τὶς δύο πλατεῖες.
Ὅλοι οἱ συγγραφεῖς ἀναφέρουν ὅτι οἱ περισσότεροι εἴχαν ταμπουρωθεῖ στὰ σπίτια τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς, κατὰ μῆκος τοῦ κεντρικοῦ δρόμου, ποὺ εἶναι σήμερα ἡ πλακόστρωτη ὁδὸς Μαυροδήμου Στάμου, ἡ ὁποία ἐνώνει τὴν πλατεῖα τῶν Ταξιαρχῶν, μὲ τὴν πλατεῖα τοῦ ἀγνώστου στρατιώτου, μὲ τὰ πλατάνια.
Καὶ ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ ἐχθρὸς εἶχε στρατοπεδεύση Δυτικὰ τοῦ χωριοῦ, στὰ ἁλώνια.
Ἔτσι σὲ περίπτωση ποὺ δὲν ἔπιανε τὸ στρατήγημα, νὰ μποῦν μόνοι τους οἱ Τοῦρκοι στὸ Μαρτῖνο ἀπὸ τὴν εἴσοδο, παρασυρόμενοι ἀπὸ τοὺς βοσκούςκαὶ ἄρχιζαν νὰ ἐπιτίθενται στὸ χωριὸ ἀπὸ τὴν δυτικὴ πλευρά, ἴσως ἐθυσιάζετο ἕνα μέρος τοῦ χωριοῦ, τὸ δυτικό, ἀλλὰ ἡ μάχη θὰ ἐδίνετο πάλι μέσα στὰ στενὰ σοκάκια τοῦ Μαρτίνου, μὲ τὴν ἴδια ἀμυντικὴ γραμμὴ καὶ πάλι μὲ τὴν συμμετοχὴ τῶν κατοίκων, ἀλλὰ ἴσως μὲ μεγαλύτερες ἀπώλειες.
Σὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο ἀνοικτὸ σημεῖο ἡ χιλιαρχία τοῦ Μαυροβουνιώτου θὰ ὑπερφαλαγγίζετο ἀπὸ τὸν ὄγκο τῆς τουρκικῆς στρατιᾶς.
Ἡ Συμβολὴ τῶν Μαρτιναίων στὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἐλευθερία.
Ἂν ὑπολογίσουμε τὴν μιὰ ἑκατονταρχία τοῦ Μαρτιναίου ἐκατοντάρχου Μαυροδήμου, μὲ 100 Μαρτιναίους (διότι γιὰ νὰ γίνῃς ἑκατόνταρχος δὲν ἔφθανε μόνον ἡ ἀνδρεία, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃς καὶ 100 ἄνδρες ὑπὸ τὶς διαταγές σου), προσθέτοντας καὶ 50+50 (σύνολον ἑκατό) ἐπὶ πλέον  ἄνδρες, ἀπὸ τὶς πεντηκονταρχίες τῶν Μαρτιναίων Ἀγγελῆ Δήμου και Δῆμο Βέργο, ποὺ τοὺς ἀναφέρει σὰν Ὑπαξιωματικούς, τότε ἡ τακτικὴ δύναμις μέσα στὴν χιλιαρχία τοῦ Μαυροβουνιώτου ἀνήρχετο σὲ 200 ἀρματωμένους καὶ ἐμπειροπολέμους Μαρτιναίους, οἱ ὁποῖοι, ὅπως γράφουν τὰ ἀρχεῖα τῶν ἐπάρχων Θηβῶν καὶ Ἀταλάντης, συμμετείχαν ὄχι μόνον στὴν Μάχη τοῦ Μαρτίνου, ἀλλὰ καὶ ὅπου τοὺς καλοῦσε ἡ πατρίς, ὅπως στὴν πολιορκία τῶν Ἀθηνῶν, τῆς Ναυπάκτου, στὰ Βρυσάκια, στὰ Σάλωνα, στὸ Χαϊδάρι, στὰ Βασιλικά, στὸ Δερβένι τῆς Εὐβοίας, στὴν Στυλίδα καὶ στὴν Ἀράχωβα μὲ τὸν Καραϊσκάκη.
Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν Μάχη τοῦ Μαρτίνου ὑπάρχουν γραπτὲς μαρτυρίες γιὰ τὴν συμβολὴ τῶν Μαρτιναίων στὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἐλευθερία, ὅπως μιὰ ἀπὸ τὶς δέκα ἀνέκδοτες ἐπιστολὲς τοῦ Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου, ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ συγγραφέας Ἀντωνίου Α. Βασίλειος (1821-1971).
Διαβάζουμε στὴν τρίτη ἐπιστολή.
Γράφει ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος πέντε χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν μάχη τοῦ Μαρτίνου.
3 Ἰανουαρίου τοῦ 1824, περνώντας ἀπὸ τὴν Μαλεσίνα πρὸς τὸν ἑκατόνταρχον Τοπολιάτη ὀπλαρχηγὸ Γ. Παγώνα (ὁ ὁποῖος πῆρε τὸ ἐπίθετο ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς μάνας τοῦ Παγώνας, διότι τοῦ εἴχαν σκοτώση οἱ Τοῦρκοι τὸν πατέρα καὶ εἶχε μείνη ὀρφανὸς και ὅλοι τὸν φώναζαν Γεωργάκη τῆς Παγώνας.)
Τοῦ ἀναφέρει ὁ Ὀδυσσέας ὅτι στὴν προσπάθειά μου να στρατολογήσῳ πολεμιστὲς γιὰ τὸν ἀγῶνα, δὲν βρίσκω ἀνταπόκριση καὶ καταντοῦν ὅλοι γυναῖκες, καὶ ἔστειλα στὸ Μαρτῖνο καὶ μοῦ  ὑποσχέθηκαν σύσσωμοι νὰ μοῦ δόσουν.
Καὶ διαβάζω τὴν ἐπιστολὴ ὅπως ἀκριβῶς τὴν ἔγραψε ὁ μεγάλος αὐτὸς ἀγωνιστὴς τοῦ ἔθνους.
«Ἀδελφέ μου Γεωργάκη τῆς Παγώνας σοῦ φιλῶ τὰ μάτια.
Σοῦ φανερώνω καὶ ὅτι ἀπὸ τοὺς ἐδικοῦνες μας ἀνθρώπους δὲν ἠμπόρεσαν νὰ βροῦν στοργή, μόνον καταντοῦν, οὕλοι σὰν γυναῖκες καὶ ἔστειλα στὸ Μαρτῖνο καὶ μοῦ ὑποσχέθηκαν αὐτοὶ σιγρὶ νὰ μᾶς τοὺς δόκουν»

Μαλεσίνα, 31 Ἰανουαρίου 1824 Ὁ ἀδελφός σου
Ὀδυσσέας Ἀνδρίτσου
Αὐτὸ συνέβη πέντε χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν μάχη τοῦ Μαρτίνου.
*****
Μαρτυρίες γερόντων λέγουν ὅτι ἔνας σημαντικὸς ἀριθμὸς Μαρτιναίων ἀκολουθοῦσε αὐτὸν τὸν Σταυραετὸν τῆς Ῥούμελης τὸν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο, ἀπὸ τὶς ἔνδοξες ἡμέρες μέχρι τὴν πτῶσιν του.
Ὄλες αὐτὲς οἱ μαρτυρίες ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ Μαρτιναῖοι ὄχι μόνο πολέμησαν στὴν Μάχη τοῦ Μαρτίνου ἀλλὰ ἦσαν ἀναμεμειγμένοι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως στὰ ἐπαναστατικὰ τμήματα, ὅπως τοῦ Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου.
Ἀλλὰ καὶ στα πιὸ βαθειὰ χρόνια τῆς Τουρκιᾶς, τότε που γεννοῦντο σκλάβοι καὶ πέθαιναν σκλάβοι, οἱ Μαρτιναίοι συμμετεῖχαν στὰ ἄτακτα σώματα τῆς κλεφτουριᾶς καὶ ἔδιναν μάχες ἀπὸ τὰ βράχια τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου τοῦ Προφήτου Ἠλία, ὅταν οἱ Τοῦρκοι φοροεισπράκτορες ἔρχονταν στὸ Μαρτῖνο γιὰ νὰ πάρουν τοὺς φόρους, γιατὶ μόνον τότε ἔρχονταν. Εἶναι γνωστὴ στοὺς Μαρτιναίους ἡ ἱστορία τοῦ Ἀθανασάκη ἢ Καράλη ποὺ εἶχε σκοτώσῃ τὸν Τοῦρκο πασσᾶ τῆς Χαλκίδας καὶ κρυβόταν σὲ ὅλη του τὴν ζωή, γιατὶ ἤταν ἐπικηρυγμένος, σὲ μιὰ σπηλιὰ δυτικὰ καὶ 1.500 μ. κάτω ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Προφήτου Ἠλία, στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ, ποὺ καὶ σήμερα τὴν ὀνομάζουμε «Σπηλιὰ τοῦ Ἀθανασάκη»
Τελειώνοντας ἀναφέρω ἐν συντομίᾳ δύο αἰτίες ποὺ ἐνήργησαν κατασταλτικὰ γιὰ νὰ ξεχασθῇ ἡ Μάχη τοῦ Μαρτίνου.
Ἡ μία εἶναι τὸ ὕψος τοῦ χιονιοῦ, ποὺ ἀπέκοψε κάθε ἐπικοινωνία τῆς ὑπόλοιπης Στερεᾶς μὲ τὸ Μαρτῖνο, καὶ ἔκανε πολλὲς ἡμέρες νὰ μεταδοθῇ τὸ ἄγγελμα τῆς νίκης καὶ να ἀναπτερώσῃ τὸ ἠθικὸ τῶν καταπονημένων κατοίκων τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος.
Ἡ ἄλλη αἰτία εἶναι ὁ τρομερὸς σεισμὸς τοῦ 1894, ποὺ ἀποδίδεται στὸ ῥῆγμα τῆς Ἀταλάντης, 65 χρόνια μετὰ τὴν Μάχη τοῦ Μαρτίνου. Ὁ σεισμὸς αὐτὸς κατεδάφισε κυριολεκτικὰ τὸ χωριὸ τῆς νίκης, ἐνῶ μόνον τέσσερις οἰκίες ἔμειναν ὄρθιες, ὅπως γράφει ἡ ἐφημερὶς «Ἑστία» τῆς ἐποχῆς αὐτῆς.
Ὅ,τι δὲν μπόρεσε νὰ κάνῃ ὁ Μαχμοῦτ,τὸ  ἔκανε ὁ σεισμός.
Ἄν καὶ τὸ Μαρτίνο κτίσθηκε ξανὰ ἐπάνω στὰ θεμέλια τῶν παλαιῶν σπιτιῶν, τὸ χωριὸ τῆς νίκης ξεχάσθηκε.
Τὰ σπίτια πολεμίστρες καὶ ἡ ὀχύρωσις γκρεμίστηκαν, οἱ χιλίαρχοι, οἱ ἑκατόνταρχοι, οἱ πεντηκόνταρχοι ξεχάσθηκαν καὶ μαζὺ μὲ αὐτοὺς καὶ ἡ Μάχη τοῦ Μαρτίνου ἔμεινε γιὰ 150 χρόνια στὰ ἀρχεῖα τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, μέχρι ὁ ἀξιότιμος Ἀκαδημαϊκὸς Τριαντάφυλλος Παπαναγιώτου νὰ τὴν φέρῃ στὸ φῶς καὶ νὰ τὴν γιορτάσουμε ἐμεὶς σήμερα.

About Author

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>