Ακολουθήστε μας στο facebook

Κανένα μέρος στη Γη δεν είναι πιο κρύο από την Ανατολική Ανταρκτική

Λόγω του μεγαλύτερου υψομέτρου της, ούτε η Δυτική Ανταρκτική δεν μπορεί να «αγγίξει» τις εχθρικές θερμοκρασίες της.

Η Princess Elisabeth, ένας πολικός ερευνητικός σταθμός στην περιοχή Queen Maud Land, αντιμετωπίζει ταχύτητες ανέμου έως και 249 χλμ./ώρα και θερμοκρασίες έως και -50°C (-58°F), σύμφωνα με ρεπορτάζ του CNN. Το ταλέντο, άρα, για το comfort food είναι κατανοητό ότι αποτελεί απαραίτητο προσόν για κάθε σεφ που εργάζεται σε αυτό το περιβάλλον.

«Καθώς οι άνθρωποι βρίσκονται έξω σε εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες και δύσκολες συνθήκες, μου αρέσει να φτιάχνω κάτι ωραίο και… βαρύ για το σώμα, όπως φοντί και ρακλέτ. Πολύ από αυτό», εξηγεί ο σεφ Thomas Duconseille, ο οποίος επανδρώνει αυτή την απομακρυσμένη θέση στην Ανταρκτική για αρκετούς μήνες κάθε χρόνο.

Όταν μια ομάδα «ψυχρών» επιστημόνων απέχει περίπου 3.100 μίλια από την πλησιέστερη πόλη και τουλάχιστον 9.900 μίλια από την πατρίδα της, είναι λογικό ότι το ζεστό τυρί φτάνει πολύ μακριά. Το μαγείρεμα σε αυτές τις συνθήκες έχει μοναδικές προκλήσεις.

Επτά χρόνια στην Ανταρκτική
Η Princess Elisabeth είναι αγκυροβολημένη στην κορυφογραμμή δίπλα στο Utsteinen Nunatak, ένα βουνό γνωστό ως «η εξωτερική πέτρα», στην οροσειρά Sør Rondane. Έξω από το παράθυρο του γραφείου του Duconseille βρίσκονται παγωμένα γρανιτένια βουνά και φωτεινά λευκά πεδινά εδάφη διάσπαρτα με μονάδες διαμονής στο πεδίο, κοντέινερ εργαστηρίων και ανεμογεννήτριες που ξεφυτρώνουν από το χιόνι.

Κατά τους μήνες από τον Νοέμβριο έως τον Φεβρουάριο το παγετώδες ορεινό τοπίο λούζεται με συνεχές φως – ο ήλιος κρύβεται πίσω από την κορυφογραμμή μόνο για τρεις ώρες την ημέρα. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου ερευνητές από το Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Τουρκία, την Ινδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν τα γύρω 124 μίλια βουνών, ακτών, παγετώνων και το οροπέδιο της Ανταρκτικής για τη διεξαγωγή επιστημονικών ερευνών και την ανάπτυξη στρατηγικών με θέμα την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Ορισμένοι μένουν για μερικές εβδομάδες, ενώ άλλοι μπορεί να μείνουν για όλη τη σεζόν. Ο Duconseille, ο μόνιμος σεφ στο Princess Elisabeth, βρίσκεται εκεί για τέσσερις ολόκληρους μήνες. Φέτος είναι η έβδομη σεζόν του στην Ανταρκτική.

Ο σταθμός είναι ο πρώτος πολικός ερευνητικός σταθμός μηδενικών εκπομπών στον κόσμο που βασίζεται αποκλειστικά σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε ένα από τα πιο σκληρά περιβάλλοντα του πλανήτη / Φωτογραφία: International Polar Foundation
Το Princess Elisabeth, το οποίο διαχειρίζεται το Διεθνές Πολικό Ίδρυμα με έδρα τις Βρυξέλλες, λειτουργεί από τις αρχές του 2009, κάτι που το καθιστά έναν από τους νεότερους πολικούς ερευνητικούς σταθμούς. Αν και νέος, πρόκειται για τον πρώτο πολικό ερευνητικό σταθμό μηδενικών εκπομπών στον κόσμο που βασίζεται αποκλειστικά σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε ένα από τα πιο σκληρά περιβάλλοντα του πλανήτη. Αποτελεί, επίσης, αξιοθέατο. Αναπαυόμενο στην κορυφή της κορυφογραμμής, το Princess Elisabeth μοιάζει με εξαγωνικό διαστημόπλοιο που μόλις προσγειώθηκε, με τα κομψά ασημένια πάνελ του να αντανακλούν το λαμπερό λευκό του πολικού τοπίου. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι στο εσωτερικό του ψήνεται τσουρέκι.

«Ετοιμάζουμε το δικό μας ψωμί και το μαγειρεύουμε εδώ. Το φρέσκο ψωμί είναι σημαντικό. Μου αρέσει να φτιάχνω μπριός για πρωινό με σοκολάτα μέσα», περιγράφει ο Duconseille. Ως Γάλλος, το καλό ψωμί αποτελεί τρόπο ζωής τόσο στο πόστο του στην Ανταρκτική όσο και στην πατρίδα του στη Νορμανδία ή στις Άλπεις, όπου περνάει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του τροφοδοτώντας μια άλλη ομάδα εξερευνητών, στο Mont Blanc.

Καθώς το Princess Elisabeth απέχει έξι ώρες πτήσης από την πλησιέστερη πόλη -το Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής-, ο Duconseille εξασφαλίζει ότι το κρέας, τα ψάρια και τα λαχανικά είναι κατεψυγμένα για όλη τη σεζόν και ότι τα αυγά είναι αποθηκευμένα σε κιβώτια των πέντε λίτρων με το ασπράδι και τον κρόκο χωριστά. Όσο για τα φρέσκα υλικά, μια δέσμη από αυτά τα πολύτιμα αγαθά μεταφέρεται αεροπορικώς κάθε μήνα από το Κέιπ Τάουν – υπό την προϋπόθεση ότι οι καιρικές συνθήκες δεν είναι πολύ άγριες.

Η πρόκληση των φρέσκων τροφίμων για ένα απομακρυσμένο φυλάκιο
Παρά το υψόμετρό του -4.475 πόδια πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας-, το Princess Elisabeth παραμένει ζεστό και προστατευμένο από τα στοιχεία της φύσης χάρη σε έναν ανθεκτικό συνδυασμό μάλλινης τσόχας, χαρτιού Kraft βαρέος τύπου, αλουμινίου, ξύλινων πάνελ, πολυστυρενίου, στεγανωτικής μεμβράνης, αφρού πολυαιθυλενίου και ανοξείδωτου χάλυβα.

«Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών δεν χρειάζεται να χρησιμοποιούμε θέρμανση στο εσωτερικό του σταθμού, επειδή όλη η ακτινοβολία από τον ήλιο και η δική μας παρουσία στο εσωτερικό του σταθμού είναι αρκετές για να διατηρηθεί μια εσωτερική θερμοκρασία 20-21°C (68-69,8°F)», λέει ο Henri Robert, ερευνητής του Princess Elisabeth.

Μέσω ενός υβριδικού συστήματος από εννέα ανεμογεννήτριες και 408 φωτοβολταϊκά πάνελ, η ενέργεια 100 ημερών συνεχούς ηλιοφάνειας και άγριων ριπών ανέμου αξιοποιείται για την τροφοδοσία του σταθμού.

Ο σεφ Thomas Duconseille εργάζεται στον ερευνητικό σταθμό της Ανταρκτικής Princess Elisabeth για αρκετούς μήνες κάθε χρόνο / Φωτογραφία: International Polar Foundation
«Αυτή τη στιγμή έχουμε ήλιο όλη την ημέρα, καθώς βρισκόμαστε χαμηλότερα από τον Αρκτικό Κύκλο. Ευτυχώς, υπάρχει αυτό το βουνό στα νότια μας, οπότε ο ήλιος πηγαίνει πίσω του και έχουμε λίγη σκιά για μερικές ώρες, και μετά ο ήλιος ανατέλλει ξανά. Αλλά ποτέ δεν πέφτει κάτω από τον ορίζοντα», περιγράφει ο Robert, ο οποίος κατάγεται από το Βέλγιο.

Για να φτάσει στον ερευνητικό σταθμό, το πλήρωμα πετάει από το Κέιπ Τάουν με αεροπλάνο DC-3, ένα αεροσκάφος που είναι κατάλληλο για τη μεταφορά φορτίων και για ελιγμούς σε παγωμένους διαδρόμους. Η πτήση διαρκεί λίγο περισσότερο από έξι ώρες, και στη συνέχεια το ταξίδι από τον διάδρομο προσγείωσης μέχρι τον σταθμό διαρκεί 90 λεπτά. Τα φρέσκα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων των λαχανικών και του γάλακτος, μεταφέρονται επίσης με το DC-3, και η επιχείρηση αυτή επαναλαμβάνεται κάθε μήνα (εφόσον το επιτρέπουν οι καιρικές συνθήκες).

Πρόκειται για κάτι που μπορεί να προκαλέσει φόβο στις καρδιές όσων βασίζονται τακτικά σε εκείνη την εξόρμηση της τελευταίας στιγμής στο παντοπωλείο για εκείνη την ξεχασμένη χούφτα φρέσκα βότανα ή το φλιτζάνι με την πηχτή κρέμα γάλακτος, αλλά ο Duconseille έχει προσαρμοστεί στις δυσκολίες της δουλειάς.

«Όλο και περισσότερο έχω συνηθίσει να περιμένω έναν μήνα μεταξύ των παραδόσεων φρέσκων τροφίμων. Πριν από χρόνια, όταν πρωτοξεκίνησα τη δουλειά, ήταν δύσκολο, επειδή τα φρέσκα τρόφιμα μπαγιατεύουν γρήγορα. Έχοντας πλέον εμπειρία, ξέρω τι θα χαλάσει πρώτο, οπότε την πρώτη εβδομάδα έχουμε πολλές φρέσκες σαλάτες. Το διαχειρίζομαι έτσι ώστε να μπορούν αυτά τα υλικά να συντηρηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο. Κατά τη διάρκεια αυτών των τεσσάρων εβδομάδων είμαι σε θέση να τα καταφέρω, και μέχρι την τέταρτη εβδομάδα μπορώ ακόμα να προσφέρω κάτι ορεκτικό για φαγητό», σημειώνει ο Duconseille.

Οι συνθήκες στον σταθμό Princess Elisabeth μπορεί να είναι σκληρές / Φωτογραφία: International Polar Foundation
Διατροφή και αποθήκευση τροφίμων
Τα γεύματα που ετοιμάζει ο Duconseille στο Princess Elisabeth είναι ποικίλα, περιλαμβάνοντας σούπες, κρέατα, πίτσα, σαλάτες, κις και επιδόρπια. «Υπάρχει πάντα μια επιλογή για χορτοφάγους ή vegan – έτσι, όλοι έχουν μια ποικιλία για να επιλέξουν», λέει ο Duconseille. Εν τω μεταξύ, για ειδικές περιστάσεις, όπως τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά, ο σεφ ετοιμάζει πιάτα όπως φουά γκρα, γαλοπούλα με γέμιση και παγωμένη νουγκά.

«Ως καταναλωτής, μπορώ να πω ότι είναι σαν να βρίσκεσαι σε εστιατόριο. Είναι υπέροχο – πρόκειται για ένα πλήρες δείπνο», υποστηρίζει ο Robert.

Ο σταθμός «βλέπει» συνήθως 20 έως 30 μέλη του πληρώματος ταυτόχρονα, αλλά, με την πάροδο των ετών, οι εγκαταστάσεις έχουν επεκταθεί ώστε να υποστηρίζουν 45 έως 50 άτομα. Τα μέλη του πληρώματος βοηθούν εναλλάξ τον Duconseille στην κουζίνα, στρώνοντας το τραπέζι, στεγνώνοντας και αποθηκεύοντας πιάτα ή καθαρίζοντας μεγάλες ποσότητες πατάτας. Η σίτιση αποτελεί ομαδική προσπάθεια.

Φρέσκα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων λαχανικών και γάλακτος, φτάνουν μέσω DC-3 κάθε μήνα (καιρού επιτρέποντος) / Φωτογραφία: International Polar Foundation
Δεδομένης της απομόνωσης του σταθμού και του μεταβαλλόμενου αριθμού του πληρώματος, καθίσταται σημαντικό να διατηρείται ένα απόθεμα βασικών τροφίμων από εποχή σε εποχή. Η μεταφορά στον σταθμό ειδών μακράς διαρκείας και μη ευαλλοίωτων, όπως δημητριακά, φασόλια και ντομάτες σε κονσέρβα, είναι ένα διαφορετικό «θηρίο» από τις μηνιαίες παραδόσεις φρέσκων τροφίμων.

«Από το Βέλγιο γεμίζουμε κοντέινερ με μεγάλη ποσότητα αποξηραμένων και κατεψυγμένων τροφίμων και κάθε δύο χρόνια φτάνει ένα πλοίο και μας προμηθεύει με αυτά τα υλικά», υπογραμμίζει ο Duconseille.

Στον σταθμό τα τρόφιμα αποθηκεύονται στον κάτω όροφο, όπου υπάρχει ένα μεγάλο δωμάτιο με ράφια για τα ξηρά τρόφιμα, ένας καταψύκτης στο μέγεθος ενός κοντέινερ (-13°F) και ένα μικρότερο ψυγείο (41-44°F). «Στην πραγματικότητα έχουμε ψυγεία που πρέπει να ζεσταίνουμε, επειδή πολλά συστατικά, όπως ορισμένα φρούτα, δεν μπορούν να καταψυχθούν», σύμφωνα με τον Duconseille.

Ο ίδιος δεν ετοιμάζει τα γεύματα εκ των προτέρων, αλλά διατηρεί μια ισχυρή απογραφή τροφίμων, ώστε να γνωρίζει ακριβώς τι υπάρχει στην τράπεζα. Η πολύτιμη φύση των φρέσκων υλικών σημαίνει ότι η θέση απαιτεί προσαρμοστικότητα και δημιουργικότητα. «Μαγειρεύω ανάλογα με τον αριθμό των ανθρώπων που βρίσκονται εκεί ή με το ποια τρόφιμα θα μπαγιατέψουν σύντομα. Όλα εξαρτώνται από το τι έχουμε», λέει ο Duconseille.

Ορισμένες προμήθειες φθάνουν σε εμπορευματοκιβώτια από το Βέλγιο / Φωτογραφία: International Polar Foundation

Καθώς υπάρχει μια σειρά πολικών τοπίων προς μελέτη στην Ανατολική Ανταρκτική, οι επιστήμονες του Princess Elisabeth ξεκινούν τακτικά εκδρομές. Ο σεφ παίζει ζωτικό ρόλο στην επιτυχία αυτών των αποστολών.

«Αυτά τα ταξίδια πεδίου μπορεί να διαρκέσουν δύο με τρεις εβδομάδες και περιλαμβάνουν τέσσερα έως έξι άτομα. Γι’ αυτό, πρέπει να υπολογίσω τα γεύματα που θα χρειαστούν μακριά από τον σταθμό. Κάθε φορά που μαγειρεύω ένα μεγάλο γεύμα καταψύχω μερίδες ώστε οι ερευνητές να μπορούν να τις παίρνουν, να τις ξεπαγώνουν και να τις απολαμβάνουν, χωρίς να χρειάζεται να σπαταλούν πολύτιμο χρόνο στο πεδίο», παραδέχεται ο Duconseille.

Το πλήρωμα του Princess Elisabeth εργάζεται έξι ημέρες την εβδομάδα. Ανάλογα με τις συνθήκες, η Κυριακή είναι ημέρα αργίας. Η ομάδα είναι ελεύθερη να συνοδεύσει οδηγούς πεδίου και να επισκεφθεί τα γειτονικά nunataks, τις κορυφογραμμές του βουνού που ξεπροβάλλουν από τον πάγο σαν οστέινες πλάκες στην πλάτη ενός στεγόσαυρου.

«Μου αρέσει να περπατάω στα βουνά με την υπόλοιπη ομάδα και είμαι επίσης δρομέας, οπότε μου αρέσει να πηγαίνω για τρέξιμο στον αεροδιάδρομο μήκους 1,2 μιλίων. Αλλά συνήθως την Κυριακή διαβάζω, παίρνω έναν υπνάκο και προετοιμάζομαι για την εβδομάδα που έρχεται», περιγράφει ο Duconseille.

Ορισμένοι από την ομάδα απολαμβάνουν το σκι ανώμαλου δρόμου. Κάποιοι ανεβάζουν στροφές και κατευθύνονται στη μεγάλη πίστα, για αλπικό σκι. Φυσικά, δεν υπάρχουν αναβατήρες, οπότε ό,τι κατεβαίνει πρέπει να ανεβαίνει – αν θέλει κανείς δηλαδή να κάνει έναν δεύτερο γύρο. Ο Ρόμπερτ, βιολόγος και παρατηρητής πουλιών, αξιοποιεί την ευκαιρία που του προσφέρει η πρόσβαση στη «λευκή ήπειρο».

Τα μέλη του πληρώματος του σταθμού διεξάγουν επιστημονική έρευνα και αναπτύσσουν στρατηγικές για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής / Φωτογραφία: International Polar Foundation
«Έχουμε 124 μίλια πάγου προτού φτάσουμε στην ακτή. Σε όλη αυτή την περιοχή υπάρχει πανέμορφη άγρια ζωή και αποικίες πουλιών που αναπαράγονται ακριβώς εδώ – οπότε δεν είμαστε εντελώς μόνοι. Είναι πάντα συναρπαστικό να έρχομαι εδώ, επειδή είμαι παθιασμένος με τα πουλιά. Όταν έχω την ευκαιρία, πηγαίνω στο nunatak και παρατηρώ τα πουλιά που αναπαράγονται εκεί, ή ξεκουράζομαι την Κυριακή. Όλα εξαρτώνται από τον καιρό», ομολογεί ο Ρόμπερτ.

«Το φαγητό και το ηθικό είναι αλληλένδετα»
Η πείρα του Duconseille στη διαχείριση απομονωμένων ορεινών καταφυγίων τον έχει προετοιμάσει για το κομμάτι της δουλειάς που υπερβαίνει την παροχή τροφής: τη δημιουργία ενός σπιτιού μακριά από το σπίτι.

Με υποπαγετώδεις λίμνες, καταβατικούς ανέμους και έναν κρατήρα πλάτους 300 μιλίων που φημολογείται ότι κρύβεται κάτω από το ανατολικό στρώμα πάγου, η Ανταρκτική δεν είναι απλώς η πιο απομονωμένη ήπειρος του κόσμου: μπορεί να μοιάζει σαν ένας εντελώς άλλος πλανήτης. Ενώ ο σταθμός είναι άνετος και καλά εξοπλισμένος (ο Robert τον περιέγραψε ως «πολύ ευχάριστο, σαν σαλέ στην Ελβετία»), η ακραία απομόνωση, ο απρόβλεπτος πολικός καιρός και οι μήνες μακριά από το σπίτι και τους αγαπημένους του μπορούν να κουράσουν ακόμη και τους πιο ατρόμητους.

«Στην Ανταρκτική το φαγητό είναι σημαντικό για το ηθικό της ομάδας. Χρειάζεται να διασφαλιστεί ότι οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι γύρω από το τραπέζι και συγκεντρώνονται όλοι μετά από μια κουραστική μέρα. Μου αρέσει να μαγειρεύω επιδόρπια και κέικ, ώστε οι άνθρωποι να είναι ευτυχισμένοι στο τέλος της ημέρας», λέει ο Duconseille.

Αν ο σεφ κάνει χαρούμενο το πλήρωμα προσφέροντάς τους τσουρέκι και λιωμένο τυρί, τι είναι αυτό που δίνει στον ίδιο χαρά;

«Είναι δύσκολο τις πρώτες ημέρες όταν αφήνω την οικογένειά μου. Αλλά μόλις φτάσω βρίσκομαι σε αυτό το περιβάλλον όπου είμαι επικεντρωμένος στη δουλειά και γοητευμένος από το όμορφη φύση. Η ζωή είναι συναρπαστική, πάντα κάτι συμβαίνει. Φροντίζουμε πολλούς ανθρώπους και επιστημονικές δραστηριότητες» απαντά.

«Γλυκόπικρη η αναχώρηση από την Ανταρκτική»
«Στο τέλος του καλοκαιριού είμαστε χαρούμενοι που επιστρέφουμε σπίτι, αλλά επικρατεί ένα ανάμεικτο συναίσθημα: είμαστε λυπημένοι που εγκαταλείπουμε την Ανταρκτική», εξομολογείται ο Duconseille, καταλήγοντας: «Είναι απίστευτο το περιβάλλον και μοναδική η ζωή μας εδώ».

www.iefimerida.gr

Εγγραφείτε στο κανάλι μας στο You Tube

Δες επίσης

Στα ύψη ο οικονομικός αντίκτυπος του καρκίνου του πνεύμονα στην Ελλάδα

Υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωπαϊκής ζώνης του ΠΟΥ είναι ο οικονομικός αντίκτυπος του …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *