Το Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη της Ρίλα, γνωστό και απλά ως Μοναστήρι της Ρίλα είναι η μεγαλύτερη και πιο φημισμένη ορθόδοξη μονή στη Βουλγαρία και είναι ένα μικρό θαύμα αρχιτεκτονικής και τέχνης.
Είναι χτισμένο στη υψηλότερη οροσειρά της Βουλγαρίας τη Ρίλα, σε ύψος 1.147 μέτρων, μέσα σε μία καταπράσινη χαράδρα και δίπλα σ’ ένα ποτάμι με παγωμένο νερό.

Το μοναστήρι έχει πάρει το όνομά από τον ιδρυτή του, τον ερημίτη Ιωάννη (Ιβάν) της Ρίλα (876 – 946 μ.Χ.) και σήμερα έχει περίπου 60 μοναχούς. Η εκκλησία είναι μία μονόκλιτη βασιλική με πέντε εντυπωσιακούς μολύβδινους τρούλους, πλούσια αγιογραφημένη και στο εξωτερικό και στο εσωτερικό της. Διαθέτει δύο πλαϊνά παρεκκλήσια και ως εκ τούτου τρεις άγιες τράπεζες. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι έργο σπουδαίων μαστόρων, σε μία περιοχή που φημίζεται για την ξυλογλυπτική της τέχνη.
Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας, λειτούργησε ως θεματοφύλακας της χριστιανικής πίστης, της βουλγαρικής γλώσσας και του εθνικού πνεύματος.
Δείτε το βίντεο
Οι πολυάριθμες επιδρομές και οι προσπάθειες των Οθωμανών να κατακτήσουν τη Βουλγαρία, είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή του μοναστηριού στα μέσα του 15ου αιώνα. Σ’ αυτό το σημείο της ιστορίας παρεμβαίνει μία Ελληνίδα ή ακριβέστερα μία Ελληνοσέρβα πριγκίπισσα. Η Μάρα Μπράνκοβιτς ήταν κόρη της Ειρήνης Κατακουζηνού, από τη βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια των Κατακουζηνών και του Γεωργίου Μπράνκοβιτς, ηγεμόνα της Σερβίας.
Η Μάρα δόθηκε το 1435 ως σύζυγος στο σουλτάνο Μουράτ Β΄, ως μια απέλπιδη προσπάθεια καλοπιάσματος των πανίσχυρων πλέον Οθωμανών, οι οποίοι πλησίαζαν απειλητικά την Κωνσταντινούπολη. Η Μάρα τα χρόνια που έζησε στο πλευρό του συζύγου της, ως Βαλιντέ Χανούμ Σουλτάνα, έπαιξε σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα και ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή στα διπλωματικά ζητήματα. Αν και σύζυγος του σουλτάνου, κατάφερε και παρέμεινε ορθόδοξη, γεγονός που αποδεικνύει την ισχύ της. Με δική της μέριμνα και χρηματοδότηση, καθώς και με τη βοήθεια της Ρωσικής Ορθόδοξης εκκλησίας, μπόρεσε, στα μέσα του 15ου αιώνα, το μοναστήρι να αναστηλωθεί και έτσι να συνεχίσει να είναι σημαντικός πνευματικός πόλος και κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κατάκτησης.
Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 10 αιώνα και αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά πολιτισμικά, ιστορικά και αρχιτεκτονικά μνημεία της Βουλγαρίας και σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο τόσο για τη Βουλγαρία, όσο και για τη Νότια Ευρώπη. Το 1976 ανακηρύχθηκε εθνικό ιστορικό μνημείο της Βουλγαρίας και το 1983 χαρακτηρίστηκε από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς[1]. Από το 1991 υπάγεται εξ’ ολοκλήρου στην Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Βουλγαρίας. Το μοναστήρι απεικονίζεται στην πίσω όψη του χαρτονομίσματος του 1 λεβ, που εκδόθηκε το 1999.
Το καθολικό της μονής με 5 τρούλους. Διαθέτει εκπληκτικές, ζωντανές τοιχογραφίες του 19ου αιώνα και ένα περίτεχνο, ξυλόγλυπτο εικονοστάσι. Εκεί φυλάσσονται και τα λείψανα του Αγίου Ιωάννη.
Στεγάζει πάνω από 35.000 εκθέματα. Το πολυτιμότερο κειμήλιο είναι ο Σταυρός του Ραφαήλ. Πρόκειται για έναν ξύλινο σταυρό (81×43 εκ.), στον οποίο ο μοναχός Ραφαήλ σκάλισε 104 θρησκευτικές σκηνές και 650 μικροσκοπικές φιγούρες χρησιμοποιώντας μόνο μια βελόνα, έργο που του κόστισε την όρασή του.
Το τετραώροφο κτίριο διαμονής του συγκροτήματος αποτελείται από 300 δωμάτια, τέσσερα παρεκκλήσια, ένα αρχονταρίκι, μια κουζίνα και μια βιβλιοθήκη, που περιέχει 250 χειρόγραφα και 9.000 παλιά έντυπα. Το εξωτερικό του συγκροτήματος, με τους ψηλούς πέτρινους τοίχους και τα μικρά παράθυρα μοιάζει περισσότερο με φρούριο, παρά με μοναστήρι.
Το Σπήλαιο του Αγίου Ιωάννη: Βρίσκεται σε ένα σημαδεμένο μονοπάτι πεζοπορίας περίπου 4 χλμ. μακριά από το μοναστήρι. Σύμφωνα με την παράδοση, όποιος καταφέρει να περάσει μέσα από το στενό άνοιγμα των βράχων, είναι απαλλαγμένος από αμαρτίες
Στο δρόμο της επιστροφής υπάρχουν αρκετά εστιατόρια με φρέσκες ποταμίσιες πέστροφες ή ψητά σχάρας.
πηγές
el.wikipedia.org – www.travel.gr – google.com Λειτουργία AI
Fonografos.net Ειδησεογραφικό portal Φθιώτιδας και Κεντρικής Ελλάδας




