Ο Γιώργος Αρβανίτης ξανά πίσω από την κάμερα: «Μέχρις ότου τα μάτια μου αντέχουνε και τα πόδια μου βαστάνε»

Ο καταξιωμένος διευθυντής φωτογραφίας Γιώργος Αρβανίτης,  από το Δίλοφο δυτικής Φθιώτιδας,  αυτή την φορά σκηνοθετεί

Ο πολυβραβευμένος διευθυντής φωτογραφίας Γιώργος Αρβανίτης  πέρασε από τα «φτερά και πούπουλα της Φίνος Φιλμ στην γκρίζα Ελλάδα του Θόδωρου Αγγελόπουλου».

Τώρα, από τη θέση του σκηνοθέτη, οραματίστηκε την μικρού μήκους ταινία του «Δεν Έμαθα ποτέ Πιάνο».

Ο προαύλιος χώρος του Μεγάρου Δουκίσσης Πλακεντίας είχε ιδιαίτερη κίνηση για ένα ζεστό και υγρό πρωινό του Ιουλίου –βανάκια παραγωγής, τεχνικοί, οδηγοί, φωτιστές, άνθρωποι με άνετα ρούχα κι ακουστικά στα αυτιά τους πηγαινοέρχονταν χωρίς όμως να ακούγεται το παραμικρό «κιχ».

Ήταν η ώρα του γυρίσματος. Στο διάλλειμα συναντήσαμε τον καταξιωμένο διευθυντή φωτογραφίας Γιώργο Αρβανίτη, ο οποίος βρισκόταν ξανά πίσω από την κάμερα, αυτή τη φορά από τη θέση του σκηνοθέτη, για την μικρού μήκους ταινία του «Δεν Έμαθα ποτέ Πιάνο» (που αυτή την περίοδο βρίσκεται στο στάδιο του post production), η οποία αρχικά διαδραματίζεται το 1941 συμπίπτοντας με τη χρονολογία γέννησης του. Καθόλου τυχαία όπως αποδεικνύεται από την κουβέντα μας.

Η σύζυγος του Γιώργου Αρβανίτη, Αγγελική, η οποία γράφει το σενάριο (αριστερά), η Μαρία Αποστολακέα στον ρόλο της Μάτας (κέντρο) και ο Γιώργος Αρβανίτης / Φωτογραφίες: Δημήτρης Μιχαλάκης

Για την ταινία «Δεν Έμαθα Ποτέ Πιάνο», η οποία βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα της Ελισάβετ Χρονοπούλου

«Διάβασα το διήγημα και μ’ άρεσε πάρα πολύ. Γιατί θίγει ένα πολύ σημερινό θέμα. Στην Κατοχή, έχανε κανείς στο σπίτι του για δύο ή τρεις τενεκέδες λάδι και σήμερα τα χάνει από τα funds. Δηλαδή σε μια διαδρομή πόσων ετών δεν έχει αλλάξει τίποτα. Λοιπόν, αυτό ήταν το θέμα και αυτό με συνεπήρε και λέω, οκ… ήταν και πολύ ωραία γραμμένο.

Είναι η πρώτη μου ταινία μικρού μήκους, γιατί έχω κάνει 112 μεγάλου μήκους ταινίες. Τώρα πια, δεν έχω όση δουλειά είχα πριν, λόγω ηλικίας, και βεβαίως δεν μπορώ να καθίσω μπροστά στην τηλεόραση με τις παντόφλες, αποκλείεται. Πρέπει κάτι να κάνω.

»Λοιπόν, και είπα, ή θα κάνω μικρού μήκους, ή θα κάνω ντοκιμαντέρ, μέσα στο χώρο μου. Μέχρις ότου τα μάτια μου αντέχουνε και τα πόδια μου με βαστάνε, γιατί όχι; Θα έχω κάτι να ασχολούμαι».

Για το μονοπλάνο αφιερωμένο στον Θόδωρο Αγγελόπουλο

«Η ταινία είναι ένα μονοπλάνο μέσα σε ένα σπίτι. Βγαίνουμε μια φορά μόνο έξω απ’ το παράθυρο. Μέσα σε αυτό το μονοπλάνο αλλάζουνε τρεις εποχές. Δηλαδή το 1941, το 1943 και σήμερα. Αλλάζει το ντεκόρ, αλλάζει ο χώρος, αλλάζουν τα πρόσωπα και η κάμερα δε σταματάει καθόλου.

Το μονοπλάνο είναι αφιερωμένο στον Θόδωρο Αγγελόπουλο που μαζί κάναμε τα μονοπλάνα, και είπα θα κάνω μια μικρού μήκους και θα την κάνω μονοπλάνο. Ε, νομίζω μέχρι στιγμής είμαι αρκετά ικανοποιημένος. Θα δούμε μετά τι θα γίνει, γιατί στην προβολή θα δούμε τι κάναμε. Αλλά ελπίζω.

«Στην Κατοχή, έχανε κανείς στο σπίτι του για δύο ή τρεις τενεκέδες λάδι και σήμερα τα χάνει από τα funds. Δηλαδή σε μια διαδρομή πόσων ετών δεν έχει αλλάξει τίποτα»

»Γιατί δε μπορείς να αλλάξεις τίποτα, ούτε να επέμβεις με μοντάζ, επειδή είναι συγκεκριμένος χρόνος. Μέσα σε αυτό το χρόνο πρέπει να γίνουν όλα. Και ουσιαστικά ήθελα να οδηγήσω το μάτι του θεατή… να μην κόβεται… η κάμερα κινείται, και αν έχω καταφέρει να την ξεχάσουν την κάμερα οι θεατές, και να προσηλωθούν σε αυτό που γίνεται μέσα, νομίζω ότι θα είναι πολύ καλό. Ελπίζω».

Για τη χρονολογία 1941 – Η αρχή της ταινίας και η χρονιά γέννησης του Γιώργου Αρβανίτη

«Ήτανε τη στιγμή που οι Γερμανοί είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Υποτίθεται ότι ο ήρωας έχει μια δουλειά, την οποία τη χάνει. Και βεβαίως αναγκάζεται στο τέλος να πουλήσει το σπίτι του, γιατί είχε μια οικογένεια. Και η γυναίκα του που έπαιζε πιάνο, στο τέλος έρχεται να κάνει μαθήματα πιάνου στο παιδί αυτού που τους πήρε το σπίτι. Και ξαναμπαίνει μες στο σπίτι της, αλλά έχει αλλάξει χέρια.

Το πιάνο είναι πάντοτε το κυρίαρχο σημείο…. Η εικόνα παραμένει στο πιάνο, όπου μεταφερόμαστε στο σήμερα, και βλέπουμε μια ηλικιωμένη, που ήταν η μικρή που μάθαινε πιάνο, να κοιτάζει το πιάνο, και έρχεται ο εγγονός, του οποίου του πήραν το σπίτι τα funds σήμερα, για να διεκδικήσει το σπίτι του.

Και βεβαίως δεν γίνεται τίποτα, πώς να γίνει; Αυτή είναι όλη η ιστορία.

Το 1941 γεννήθηκα κι εγώ, τον Φλεβάρη. Η κυρία Χρονοπούλου, με ρώτησε «ποια εικόνα έχεις;». Βέβαια τότε ήμουνα νεογέννητο, αλλά αργότερα που ήμασταν στον Εμφύλιο, οι εικόνες που έχω στο μυαλό μου αυτές αποτυπώθηκαν και βγήκανε στις ταινίες που έκανα εκ των υστέρων. Καταλάβατε;

Δηλαδή ανακάλυψα το φως το διαφορετικό, γιατί ήμουνα στη Φίνος Φιλμ πριν, που είχα φτερά και πούπουλα, και Βουγιουκλάκη, και τα λοιπά, και μετά βρέθηκα σε ένα χωριό για την ταινία «Αναπαράσταση», που ήταν το χωριό μου. Που ήτανε μέσα στην ψυχή μου.

Και τότε έβγαινε ο ήλιος, αλλά εγώ δεν θυμόμουνα καμία ηλιόλουστη μέρα, ποτέ.

Έτσι λοιπόν δέσαμε και με τον Θόδωρο, γιατί κι αυτός έβρισκε μια γκρίζα Ελλάδα και εγώ είχα στην ψυχή μου μια γκρίζα Ελλάδα. Και βγήκε αυτό. Είναι κάτι που μπαίνει στην ψυχή, και σου ‘ρχεται κάποια στιγμή».

 

Για την οικογένειά του στη Φθιώτιδα – Ο πατέρας του ήταν αντάρτης και η μητέρα του στην φυλακή

«Θα σας πω. Ο πατέρας μου πολέμησε στην Αλβανία. Και στις πρώτες ελεύθερες εκλογές που πήγε να ψηφίσει, ήταν ένας παρακρατικός με ένα περίστροφο στο χέρι, και του ‘δωσε έναν φάκελο σφραγισμένο, για να ψηφίσει. Και γύρισε πίσω, και είπε στη μάνα μου, «Εγώ δεν είμαι άντρας σήμερα, θα φύγω». Και άφησε τέσσερα παιδιά κι ανέβηκε στο βουνό.

Ε, και μετά από τρεις μέρες πήραν τη μητέρα μου για μία κατάθεση. Και χάθηκε, η μάνα μου. Και μείναμε τέσσερα παιδιά στο χωριό, μόνα μας. Και δικάστηκε, στη Λαμία, μέσα σε 15 λεπτά, έφαγε 13 χρόνια φυλακή. Και κάθισε στον Αβέρωφ, δεν ξέρω πόσα χρόνια.

Και ήρθαν τα αδέρφια της μάνας μου και μας πήρανε, και μέναμε στην Νέα Πεντέλη. Και άρχισα να δουλεύω απ’ τα 6 μου χρόνια, μέχρι σήμερα».

«Δέσαμε και με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, γιατί κι αυτός έβρισκε μια γκρίζα Ελλάδα και εγώ είχα στην ψυχή μου μια γκρίζα Ελλάδα. Και βγήκε αυτό»

Για το πέρασμα στον κινηματογράφο και τις σπουδές στη Διπλάρειο Βιοτεχνική Σχολή

«Δίπλα στο θείο μου είχε ένα γαλακτοπωλείο και ταβέρνα. Που εγώ μοίραζα το γάλα… ξυπόλυτος τότε, δεν υπήρχαν παπούτσια, τα είχα δεμένα στον λαιμό μου, για να πάω στο σχολείο… Τέλος πάντων. Και δίπλα ήταν ένας ηλεκτρολόγος, κάποια στιγμή λέει, «να πάρω το παιδί να μάθει μια τέχνη», και με πήρε, κι έγινα ηλεκτρολόγος στην οικοδομή.

»Και πήγα σε μια νυχτερινή σχολή, στη Διπλάρειο, για ηλεκτρολογία, πήρα το πτυχίο μέσα σε τέσσερα χρόνια, αριστούχος. Και βεβαίως σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να πάρω υποτροφία, να πάω στη Γερμανία για να σπουδάσω ηλεκτρολόγος μηχανολόγος. Αλλά όταν ανοίχτηκε ο φάκελός μου, δεν…

Και καλά κάνανε, γιατί με κέρδισε ο κινηματογράφος. Γιατί εκείνη την εποχή, τι να κάνεις; Όνειρα για να κάνεις σπουδές και να κάνεις καριέρες; Δεν υπήρχαν. Να επιζήσεις πρώτα-πρώτα, και μετά βλέπουμε.

Γνώρισα έναν ηλεκτρολόγο του κινηματογράφου, και του λέω «δε μπορώ εγώ να δουλέψω … έχω ένα πτυχίο τώρα…». Μου λέει «θα ρωτήσω», και ρώτησε κι έκανα την πρώτη μου ταινία, μπήκα στο πλατό το 1958. Και εκεί είδα την κάμερα, και έμεινα.

Και σιγά-σιγά, έγινα πολύ καλός βοηθός. Έτσι λέγανε, ότι «αυτό το παιδί θα γίνει…», δεν ξέρω τι λέγανε. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή με φωνάζει ο Φίνος. Με φωνάζει ο Φίνος, του οποίου οφείλω πάρα πολλά πράγματα, και μου λέει: «εσύ είσαι ο Αρβανίτης;».

»Του λέω, «μάλιστα». Λέει «είσαι ελεύθερος;». Του λέω, «ελεύθερος είμαι». Λέει, «θέλω να κάνεις μια ταινία». Λέω, «μάλιστα, ποιος είναι οπερατέρ;». Μου λέει, «εσύ». Του λέω, «ναι».

Και πήρα το σενάριο για την πρώτη μου ταινία. Έγχρωμη σινεμασκόπ, δεν είχα κάνει έγχρωμη μέχρι τότε. Ο «Ξυπόλητος Πρίγκηψ». Με τον Βουτσά. Τέλειωσα την ταινία, μετά σιγά-σιγά, έκανα τη Βουγιουκλάκη, τον «Πίπη», τις «Θαλασσιές Χάντρες»…

Αλλά αυτό άλλαξε άρδην, όταν ήρθα σε επαφή με τον Αγγελόπουλο. Και εκεί πήρα αυτόν τον κινηματογράφο που ήθελα να κάνω, και εγκατέλειψα τη Φίνος Φιλμ όπως εγκατέλειψα αργότερα και την Ελλάδα, γιατί έπεσε ο κινηματογράφος, και πήγα στο εξωτερικό».

«Πήγα στο πλατό. Ένας πράσινος τοίχος, έρχεται ο φροντιστής, μου φέρνει έναν πράσινο καναπέ, μπαίνει η Βλαχοπούλου με ένα πράσινο εμπριμέ φουστάνι, και έπαθα. Και πέρασε όλη η μέρα και δεν μπορούσα να φωτίσω ένα πλάνο. Τίποτα. Με τίποτα»

Για την παραίτηση από τη Φίνος Φιλμ

«Είχαμε γυρίσματα τις «Μέρες του ’36». Που ήταν μια εικόνα που εγώ τη θεωρώ απ’ τις καλύτερες μου εικόνες. Και είχαμε γύρισμα στην Κρήτη, στο Ιτζεδίν. Και μετά διακόψαμε, για να ‘ρθούμε στην Αθήνα, να κάνουμε κάποια εσωτερικά γυρίσματα.

»Και μου λέει ο Φίνος «αρχίζει μια ταινία με τη Βλαχοπούλου, κωμωδία». Λέω, εντάξει, με τον μήνα ήμουνα εκεί πληρωνόμουν, κι έπαιρνα άδεια άνευ αποδοχών για να πάω να κάνω τις ταινίες του Θόδωρου.

Και πήγα στο πλατό. Ένας πράσινος τοίχος, έρχεται ο φροντιστής, μου φέρνει έναν πράσινο καναπέ, μπαίνει η Βλαχοπούλου με ένα πράσινο εμπριμέ φουστάνι, και έπαθα. Και πέρασε όλη η μέρα και δεν μπορούσα να φωτίσω ένα πλάνο. Τίποτα. Με τίποτα.

Και λέω στον Σακελλάριο, “Αλέκο, δεν μπορώ”, λέω, “κάτι έχω πάθει”. Πάω και στο Φίνο, του είπα το ίδιο. “Δεν μπορώ να κάνω” λέω, “ούτε κακό σε σας, ούτε σε μένα. Δεν μπορώ. Θα συνέλθω”, του λέω. Και έφυγα. Και έφυγα, και… έτσι ξεκίνησε η άλλη μου πορεία».

«Με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο συμπορευτήκαμε τόσα χρόνια… ήμασταν σαν ένα ζευγάρι, ξέρετε τα ζευγάρια έχουνε αγάπες και μίση, όλα μαζί. Αλλά, το αποτέλεσμα ήταν αυτό που μετρούσε»

Για την καριέρα στην Ευρώπη – Έχει πει ότι ήταν «πάντα την κατάλληλη στιγμή, στο κατάλληλο μέρος»

«Ναι, νομίζω ναι. Είχα τύχη στη ζωή μου, γιατί άρχισε ο κινηματογράφος να πέφτει εδώ στην Ελλάδα. Οπότε, είχα δύο επιλογές: Ή να κάνω τηλεόραση, που δεν μπορούσα να κάνω τηλεόραση… Λέω, «φωτογράφισα μέχρι τώρα την ξανθιά Βουγιουκλάκη, τώρα θα φωτίζω την ξανθιά Μενεγάκη; Είναι κατάντια. “Δε θέλω», λέω… “Διαφημίσεις δε μπορώ να κάνω. Γιατί; Γιατί αισθάνομαι ένοχος. Δε μπορώ να φωτογραφίσω ένα προϊόν, έτσι πολύ ωραία, και να το αγοράσεις εσύ και να μην είναι καλό… Είμαι συνένοχος σε μια απάτη. Δεν θέλω», λέω.

“Έχει λεφτά”. “Δεν πειράζει» λέω. «Δεν τα χρειάζομαι. Θέλω τόσα που να έχω ένα πιάτο φαΐ». Και αποφάσισα να φύγω. Πήγα στη Γαλλία, όπου άρχισα να δουλεύω… Είχα κάνει 60 ταινίες στην Ελλάδα και 50 τόσες, έχω κάνει στο εξωτερικό. Δηλαδή στη Γαλλία, και στην Αμερική, και στην Γερμανία, και στην Αγγλία, και στην Ισλανδία… Και παντού.

Έτσι, να σας πω την αλήθεια, άνοιξαν οι ορίζοντες, γνώρισα κι άλλο κόσμο, έγινα καλύτερος… και στη δουλειά μου, αλλά και σαν άνθρωπος. Με βοήθησε αυτή η υπόθεση».

 

Για τα 21 χρόνια συνεργασίας με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και το πώς χτίστηκε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες οπτικές ταυτότητες στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο

«Ήταν ένα περίεργο πράγμα. Όταν ξεκινήσαμε, μαζί κάναμε μια μικρού μήκους στην αρχή. Κράτησαν τα γυρίσματα δυο χρόνια, όπως όλες οι ταινίες του… Εκεί, ήταν η πρώτη μας επαφή. Και μετά μου πρότεινε την “Αναπαράσταση”. Και βγήκε κάτι, που δεν είχε ξαναβγεί. Τελείως άλλο πράγμα. Εμένα, όμως, μου βγήκε αυτό που ήθελα. Και ο Θόδωρος το ήξερε…

»Κάποια στιγμή δε μιλάγαμε. Εγώ ήξερα τι θέλει. Και αυτός ήξερε ότι αυτό που θέλει, θα βγει. Θα του το κάνω. Και συμπορευτήκαμε τόσα χρόνια… ήμασταν σαν ένα ζευγάρι, ξέρετε τα ζευγάρια έχουνε αγάπες και μίση, όλα μαζί. Αλλά, το αποτέλεσμα ήταν αυτό που μετρούσε».

«Ο Χάρβεϊ Καϊτέλ είχε έρθει από το Χόλιγουντ, Actors Studio και τα λοιπά… βεβαίως είχε μάθει αλλιώς… Φορούσε, λοιπόν, ένα κοστούμι για όλη την ταινία. Του βάλαν το σακάκι, και περίμενε κάποιος να του το βγάλει. Και δεν πήγε κανένας να του το βγάλει. Κατάλαβε ο άνθρωπος, το έπαιρνε στο ξενοδοχείο του κι ερχόταν ντυμένος το πρωί»

Για τη συνάντηση με τον Χάρβεϊ Καϊτέλ στο Θέατρο Κολωνού για «Το Βλέμμα του Οδυσσέα»

«Τον συνάντησα εδώ που ήρθε… Και του λέω, «γεράσαμε» [γέλιο]. “Όχι”, μου λέει αυτός… Είναι έναν χρόνο μεγαλύτερός μου. Ήταν λίγο πεσμένος, δεν ξέρω… γιατί τότε, που γυρίζαμε την ταινία, είχε μαζί του και τα όργανα που έκανε γυμναστικές… Ναι, και ήταν περισσότερα τα εργαλεία που είχε ο Καϊτέλ μαζί του, και λιγότερα τα μηχανήματα που είχαμε εμείς.

Το ωραιότερο με τον Καϊτέλ ήταν ότι επειδή είχε έρθει από το Χόλιγουντ, Actors Studio και τα λοιπά… βεβαίως είχε μάθει αλλιώς… Φορούσε, λοιπόν, ένα κοστούμι για όλη την ταινία. Του βάλαν το σακάκι, και περίμενε κάποιος να του το βγάλει. Και δεν πήγε κανένας να του το βγάλει. Κατάλαβε ο άνθρωπος, το έπαιρνε στο ξενοδοχείο του κι ερχόταν ντυμένος το πρωί.

Και μετά ρωτούσε τον Αγγελόπουλο «Θόδωρε», για να κάνει ανάλυση του ρόλου, «αυτός» λέει, «που περπατάει… πώς πληρώνει, λέει; Πληρώνει μετρητά; Με κάρτα;».

“Δεν πληρώνει!” του λέει ο Αγγελόπουλος. “Μα… κοιμάται, πού κοιμάται;”. “Δεν κοιμάται!” του λέει ο Αγγελόπουλος. Είχε μείνει αυτός. Του λέει, «είναι ταξίδι, φανταστικό». Ήταν υπέροχος. Υπέροχος ήταν».

 

Για την εποχή του φιλμ και την ψηφιακή εποχή – Τι χάσαμε και τι κερδίσαμε;

«Κερδίσαμε την ευκολία… Και να σας πω, πέσαμε στην παγίδα της ευκολίας πάρα πολύ, γιατί παλιά είχαμε συγκεκριμένα χιλιόμετρα φιλμ. Έπρεπε να σκεφτούμε, να οργανώσουμε τα πάντα. Σήμερα δεν υπάρχει το φιλμ, και υπάρχει το «τράβα». Να τραβήξω τι; Γιατί πολλές φορές, μου λένε και μένα «Γιώργο, πάρε τη μηχανή στο χέρι». «Γιατί;» ρωτάω. Μου λένε “δίνε κάτι τι”.

“Τι;”. Δεν μου απαντάνε. «Μα γιατί ρωτάς;». «Γιατί,» λέω, «αν πάρω τη μηχανή στο χέρι, και κουνιέμαι προς τα ‘δω έχει διαφορά με το αν κουνιέμαι προς τα ΄κει. Θέλω τη μηχανή στο χέρι γι’ αυτό και γι’ αυτόν τον λόγο».

Αλλά απ’ την άλλη μεριά, όταν μου λένε «ο κινηματογράφος έχει αλλάξει», ο κινηματογράφος για μένα είναι ο κινηματογράφος. Ένας. Δηλαδή στο ψηφιακό διδάσκουμε τους ηθοποιούς διαφορετικά; Τους βάφουμε διαφορετικά; Τους ντύνουμε διαφορετικά; Όχι. Έχουμε φακούς; Ναι. Έχουμε κάμερα; Έχουμε τράβελινγκ; Τώρα έχουμε και drone… Τι έχει αλλάξει; Έχει αλλάξει η καταγραφή της εικόνας. Έφυγε το φιλμ, μπήκε ο σένσορας.

Ο σένσορας έχει προβλήματα, και το φιλμ είχε προβλήματα… Καμιά φορά λέω στους μαθητές μου… να δείτε την αντίληψη που υπάρχει… Λέω «γιατί παιδί μου, δεν κάνεις μιας μικρού μήκους;». Μου λέει «άμα δεν έχω μια κάμερα…». Λέω, κοίταξε να δεις. Αν γράψεις κάτι μ’ ένα μολύβι ή με το τελευταίο Macintosh, αυτό που γράφεις έχει σημασία, όχι με τι το έγραψες.

Μάθε να γράφεις πρώτα… «Έχετε», λέω, «τώρα εσείς την πολυτέλεια που εμείς δεν την είχαμε σαν νέοι της εποχής μας, να έχετε ένα κινητό που είναι δεν ξέρω πόσα pixel, να έχετε ένα κομπιούτερ, να έχετε… Λοιπόν, γράψε κάτι, πάρε τους φίλους σου, κάνε το εικόνα, κάνε το ταινία, θα κάνεις μοντάζ, θα τα κάνεις όλα… μάθε να γράφεις. Και μετά θα ‘ρθει η μεγάλη μηχανή. Αλλά πρώτα πρέπει να μάθεις να γράφεις». Δεν ξέρω, γνώμη μου».

«Η σκηνή που θα ήθελα να φωτογραφήσω ξανά είναι αυτή του Κατράκη με τον Παπαγιαννόπουλο. Όταν ο Παπαγιαννόπουλος του έλεγε «Μας βάλανε και πολεμήσαμε. Χάσαμε κι οι δυο… Εσύ από ‘δω, εγώ από ‘κει…». Ήτανε και οι δύο καταπληκτικοί. Συγκλονιστικοί»

Το αναντικατάστατο κενό του Αγγελόπουλου και το μούδιασμα της επόμενης κινηματογραφικής αισθητικής

«Υπάρχει ένα μούδιασμα. Υπάρχει, δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω γιατί. Δεν ξέρω γιατί…. υπάρχει μία ησυχία. Συμβαίνουν πράγματα και δεν κουνιέται κανένας. Έτσι έχει βαλτώσει και ο λαός, έχει βαλτώσει και ο κινηματογράφος… Πες τε μου κάτι… στη μουσική, βλέπετε τίποτα καινούργιο; Στο βιβλίο, βλέπετε πάλι τίποτα καινούργιο; Στο θέατρο… Στον κινηματογράφο… Και υπάρχουνε θέματα, αλλά για ποιον λόγο δεν τα θίγουνε, εκεί πάμε σε άλλη ερώτηση… Άσ’ το, αυτό».

Για τη μία και μοναδική σκηνή από ολόκληρη την καριέρα του που θα ήθελε να φωτογραφήσει ξανά

«Η σκηνή του Κατράκη με τον Παπαγιαννόπουλο [Ταξίδι στα Κύθηρα]. Όταν ο Παπαγιαννόπουλος του έλεγε «Μας βάλανε και πολεμήσαμε. Βγάλαμε τα μάτια μας. Χάσαμε κι οι δυο… Εσύ από ‘δω, εγώ από ‘κει…». Ήτανε και οι δύο καταπληκτικοί. Ήταν καταπληκτικοί. Συγκλονιστικοί.

Δηλαδή έχω ζήσει στιγμές που, δεν θα τις ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Λέω «είμαι τυχερός άνθρωπος! Που τις έζησα». Ακόμα και στον παλιό, ελληνικό κινηματογράφο, με Αυλωνίτη… και λοιπά. Ήτανε άλλο πράγμα…

Τώρα, έχουν ισοπεδωθεί τα πράγματα… δεν ξέρω. Ίσως εγώ είμαι έτσι, δεν προσαρμόζομαι. Τώρα ήρθε και η τεχνητή νοημοσύνη… Ε, άσ’το! Άσ’ το!».

Για τη σχέση του με την τεχνητή νοημοσύνη

«Δεν ξέρω… Σκέφτομαι κάτι να κάνω. Μια μικρού μήκους για την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά πρέπει να βρω στοιχεία. Δεν μπορώ να καταλάβω ακριβώς τι γίνεται».

Η συνέντευξη σε βίντεο εδώ

____________

Πηγή: in.gr

Δες επίσης

Διαδικτυακή απάτη τύπου Business Email Compromise (BEC) με λεία 4.000.000€

Δικογραφία σε βάρος  δύο αλλοδαπών  Από τη Διεύθυνση Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος ταυτοποιήθηκαν-2- αλλοδαποί οι οποίοι εμπλέκονται …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *