Σχετικά με την κατάσταση των κοιμητηρίων

*Γράφει ο Κώστας Μαστροκώστας

 

«Η απόδοση των τιμών στους νεκρούς δεν γίνεται για χάρη εκείνων που έφυγαν, αλλά για να ικανοποιηθεί το αίσθημα του καθήκοντος και της αρετής των ζωντανών.»
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Θανέειν πέπρωται άπασι. «Είναι γραφτό σε όλους να πεθάνουν.»
Πυθαγόρας

“Ο σεβασμός στους νεκρούς αποτελεί έναν αιώνιο ηθικό νόμο και θεμέλιο του ανθρώπινου πολιτισμού όχι μόνο σήμερα αλλά διαχρονικά και σε όλους τους γνωστούς πολιτισμούς.

Η αρχαία ελληνική γραμματεία και ιδιαίτερα το αττικό δράμα θεωρούσαν τον σεβασμό στους νεκρούς και την ταφή τους ως έναν απαραβίαστο, άγραφο θεϊκό νόμο.

Η άρνηση των νεκρικών τιμών αποτελούσε τη μέγιστη ύβρη, ικανή να μολύνει ολόκληρη την πόλη.

Στην αρχαία Ελλάδα, η αμέλεια ή η άρνηση της φροντίδας των νεκρών (ιδιαίτερα των γονέων και των πεσόντων στη μάχη) δεν θεωρούνταν απλώς ένα κοινωνικό παράπτωμα, αλλά μέγιστη ασέβεια (ύβρις) και σοβαρότατο ποινικό αδίκημα. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ένας άταφος νεκρός ή ένας παραμελημένος τάφος μόλυνε ολόκληρη την πόλη (μίασμα) και προκαλούσε την οργή των θεών. Οι ιστορικές πηγές διασώζουν συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους το δίκαιο και η κοινωνία τιμωρούσαν αυτή τη συμπεριφορά.

Στην αρχαία Αθήνα, η φροντίδα των νεκρών προγόνων ήταν νομικά κατοχυρωμένη.
Πριν αναλάβει κάποιος δημόσιο αξίωμα (π.χ. Άρχοντας ή Στρατηγός), Δήμαρχος θα λέγαμε σήμερα, περνούσε από μια εξέταση που ονομαζόταν «Δοκιμασία». Μία από τις βασικές ερωτήσεις που του γίνονταν ήταν: «Εί τάφους ηρία έχουσιν και ει τους γονέας ευ ποιούσιν;» (Αν έχουν οικογενειακούς τάφους και αν φροντίζουν τους γονείς τους). Αν αποδεικνυόταν ότι κάποιος είχε παραμελήσει τους τάφους των προγόνων του ή δεν τους είχε αποδώσει τις πρέπουσες τιμές, αποκλειόταν αμέσως από τα δημόσια αξιώματα και του αφαιρούνταν τα πολιτικά δικαιώματα (Ατιμία).

Η φροντίδα των νεκροταφείων (ή «σημάτων» και «ηρίων» όπως ονομάζονταν οι τάφοι) στην αρχαία Ελλάδα αποτελούσε ιερή υποχρέωση των συγγενών, αλλά και ζήτημα δημόσιας τάξης και θρησκευτικής καθαρότητας για την πόλη-κράτος. Τα αρχαία νεκροταφεία βρίσκονταν πάντα έξω από τα τείχη των πόλεων (με εξαίρεση τη Σπάρτη) για λόγους υγιεινής και αποφυγής του «μιάσματος».

Η φροντίδα τους χωριζόταν σε δύο επίπεδα: την ιδιωτική περιποίηση από την οικογένεια και τον δημόσιο έλεγχο από το κράτος. Η Ιδιωτική Φροντίδα από την Οικογένεια εστιαζόταν κυρίως στην περιποίηση των μνημείων και ήταν μια διαρκής διαδικασία, με τις γυναίκες της οικογένειας να έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Περιλάμβανε τακτικούς καθαρισμούς από τα χόρτα και στολισμούς με επιτύμβιες στήλες, πολύχρωμες κορδέλες και στεφάνια από μυρτιά, δάφνη ή σέλινο.

Χοές με διάφορα υγρά (νερό, κρασί, μέλι, γάλα ή λάδι) για να «ποτίσουν» και να κατευνάσουν την ψυχή του νεκρού και τοποθέτηση αγγείων με αρώματα και μύρα. Γινόταν επίσης τακτικές επισκέψεις ( μνημόσυνα ) την τρίτη ημέρα μετά την κηδεία (Τρίτα), την ένατη ημέρα (Ένατα), στις τριάντα ημέρες (Τριακάδες) και στον έναν χρόνο από τον θάνατο.

Στα δημόσια νεκροταφεία υπήρχε και η αντίστοιχη κρατική μέριμνα. Όταν επρόκειτο για πολίτες που έπεσαν στον πόλεμο, το κράτος αναλάμβανε πλήρως τη φροντίδα. Οι ήρωες του πολέμου θάβονταν με κρατικά έξοδα ενώ υπήρχε και ο θεσμός των «Επιταφίων». Κάθε χρόνο, η πόλη διοργάνωνε επίσημες τελετές και αγώνες (τα Επιτάφια) για να τιμήσει τους νεκρούς των πολέμων και να συντηρήσει τα μνημεία τους. Υπήρχαν επίσης νόμοι προστασίας και απαγόρευση της πολυτέλειας. Η φροντίδα των τάφων ρυθμιζόταν αυστηρά από τον νόμο για να αποφεύγονται οι υπερβολές και οι κοινωνικές διακρίσεις. Προβλεπόταν επίσης αυστηρές ποινές για την βεβήλωση των τάφων. Η καταστροφή, η κλοπή ή η βεβήλωση ενός τάφου θεωρούνταν ιεροσυλία. Οι ποινές για τους τυμβωρύχους ήταν εξαιρετικά βαριές, φτάνοντας μέχρι τη θανατική ποινή ή την ισόβια εξορία, καθώς πίστευαν ότι τέτοιες πράξεις εξόργιζαν τους χθόνιους θεούς και έφερναν κακοτυχία στην πόλη.

Με βάση όλα τα παραπάνω είναι προφανές ότι ένας τόπος, ένας λαός, ή μια πόλη αν θέλετε δείχνει το επίπεδο πολιτισμού της με την εικόνα των σύγχρονων κοιμητηρίων αλλά και του τρόπου απόδοσης τιμών στους νεκρούς της.

Και πάμε τώρα στο προκείμενο και σε δύο βασικά ερωτήματα που προκύπτουν.

1. Η εικόνα των σημερινών κοιμητηρίων που η διαχείρισή τους έχει περάσει στην Τοπική Αυτοδιοίκηση εκπέμπει τον προσήκοντα σεβασμό προς τους κεκοιμημένους και την ένδειξη στους ζωντανούς ότι οι πολιτισμικές μας αναφορές και παρακαταθήκες γίνονται σεβαστές;

2. Οι Δήμοι πολύ περισσότερο αλλά και οι κοινότητες παρέχουν την δυνατότητα αξιοπρεπούς τελετής σε κάποιον που δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος ή που επιθυμεί την τέλεση πολιτικής κηδείας; Υπάρχει αίθουσα δημοτική που να διατίθεται για τέτοιου είδους χρήση από τους Δήμους Καρπενησίου και Μακρακώμης και αν ναι πού και ποια;

Το πολιτισμικό κεκτημένο ενός τόπου και η διαχείρισή του από τους τοπικούς άρχοντες και τους εναπομείναντες πολιτιστικούς συλλόγους δεν μπορεί να αρχίζει και να τελειώνει με τα καλοκαιρινά παγκύρια και τις φθινοπωρινές πιτογιορτές, ούτε τα κοιμητήρια να αντιμετωπίζονται σαν πηγή φορολόγησης των δημοτών ή περιττό έξοδο με κοπή χόρτων λίγες μέρες πριν το Πάσχα και μετά να εγκαταλείπονται στην φθορά του χρόνου. Γιατί σε τελική ανάλυση πολιτισμός δεν είναι τα ντεσιμπέλ της πανηγυριώτικης Αυγουστιάτικης πλατείας αλλά ο καθαρός κάδος, το περιποιημένο σοκάκι, το βαμμένο παγκάκι, το νερό και το ηλεκτρικό ρεύμα στο κοιμητήριο και το καθαρό και περιποιημένο οστεοφυλάκιο.

Το πόσο είμαστε κοντά ή μακριά από αυτήν την εικόνα και το πόσο οι Δήμοι είναι συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους στο συγκεκριμένο θέμα μπορεί ο καθένας να το διαπιστώσει στον δικό του χώρο…”

Δες επίσης

Συνάντηση εργασίας για Δήμαρχο Λαμιέων και Περιφερειάρχη Στερεάς Ελλάδας

Η δήλωση του Δημάρχου Λαμιέων  για την συνάντηση Συνάντηση εργασίας για σειρά σημαντικών θεμάτων που …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *