Breaking News

“Τα χωριά και τα καφενεία τους”

*Γράφει ο Κώστας Μαστροκώστας

Τα χωριά και τα καφενεία τους

“Με αφορμή αναρτήσεις τελευταία στο διαδίκτυο και φίλων αλλά και σχετικές φωτογραφίες για τα καφενεία σε συνάρτηση με την ζωή στο χωριό και στην ύπαιθρο γενικότερα, ήρθε ξανά μπροστά μας ο μαγικός κόσμος του καφενείου που αποτελούσε το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής στην επαρχία. Προπολεμικά αλλά και μεταπολεμικά, παρότι υπήρξαν οι πληγές του εμφυλίου και παρότι η αστυφιλία τις δεκαετίες του 50 του 60 και εντεύθεν άρχισαν να αποψιλώνουν την ύπαιθρο και τα χιλιάδες διάσπαρτα χωριά της επικράτειας μέσα σε αυτήν εντούτοις το χωριό αποτέλεσε και αποτελούσε για δεκαετίες το ζωντανό κύτταρο της κοινωνικής ζωής. Χωριά πολυπληθή, παραγωγικά στον πρωτογενή τομέα με καλλιέργεια ακόμα και σε βραχώδη εδάφη, με πεζούλες και με αυτοσχέδια αρδευτικά έργα που μηχανεύονταν οι ξωμάχοι για να δώσουν αξία στην ελάχιστη γη που τους αναλογούσε και να αποκτήσουν την αναγκαία διατροφική επάρκεια απαραίτητη για την επιβίωση της φαμελιάς. Η κτηνοτροφία ακμάζουσα αφού τα κουδούνια και τα βελάσματα των κοπαδιών αντηχούσαν παντού ιδιαίτερα τα κρύα φθινοπωρινά και χειμωνιάτικα βράδια που κρυάδιαζε. Εκτός των κοπαδιών που είχαν οι τσοπαναραίοι και το κάθε σπίτι είχε αξιόλογο στάβλο και χαγιάτι που στέγαζε ολόκληρο το εξημερωμένο ζωικό βασίλειο σαν κιβωτός του Νώε. Προβατίνες, κατσίκες, γουρουνάκια, αγελάδες, κουνέλια, κότες, πάπιες χήνες, γαϊδουράκια και άλογα ήταν οι ένοικοι του στάβλου και οι απαραίτητοι βοηθοί της δύσκολης και σκληρής αγροτικής ζωής.

Και μέσα σε αυτόν τον παραγωγικό οργασμό και τις δυσκολίες της υπαίθριας επιβίωσης, εκτός της περιόδου των γιορτών, αναγκαίος χώρος για την κοινωνικοποίηση και την έκφραση της συλλογικής συνείδησης, ήταν μαζί με την Εκκλησία και το σχολείο του χωριού και το καφενείο, ή μάλλον τα καφενεία που κοσμούσαν το κέντρο του χωριού συνήθως αλλά και τις μικρότερες γειτονιές. Την πάνω ή την κάτω συνήθως. Μικροί, ζεστοί χώροι με λίγα τραπεζάκια και στην μέση την ξυλόσομπα αποτελούσαν το εντευκτήριο ή και το κοινοβούλιο του μικρού χωριού. Καφές στην χόβολη, τσίπουρο και κρασί τα προσφερόμενα και το λουκούμι που δίνονταν ως έπαθλο στους νικητές την κολτσίνας και της πρέφας. Καφενεία συνήθως πέτρινα χτισμένα από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη, χαμηλοτάβανα με ξύλινα πατώματα, μικρά παράθυρα και σιδεριές στα περβάζια τους. Πολλές φορές τα καφενεία ήταν το μικρό εμπορικό κέντρο του χωριού αφού δίπλα στα σερβιριζόμενα είδη, το μεγάλο ψυγείο και οι πάγκοι είχαν εκτός από γλυκά, κονσέρβες και ότι άλλο μπορούσες να φανταστείς μιας και ο χώρος του καφενείου στην ουσία ήταν πολυχώρος.

Τα Σάββατα θα έβρισκες να κρέμονται στο τσιγκέλι σφάγια προς κατανάλωση εν είδη κρεοπωλείου αλλά και μεζεκλίκια, συνήθως κοκορέτσι που πουλιούνταν με το κομμάτι και η τσίκνα του όταν ψηνόταν μάζευε τα πιτσιρίκια του χωριού σαν μαγνήτης. Στο καφενείο εκτός της ξεκούρασης και της ψυχαγωγίας συντελούνταν σχεδόν τα πάντα που αφορούσαν την ζωή του επαρχιώτη. Συνοικέσια, γλέντια, τσακωμοί και παρεξηγήσεις όλα μέσα και γύρω απ’ τον βαρύ γλυκό, τον μέτριο και το κατρούτσο.

Τους χειμώνες τα χιόνια, οι βροχές και οι λασπωμένοι σκοτεινοί δρόμοι άφηναν το αποτύπωμά τους στους θαμώνες οι οποίοι όταν επέστρεφαν στα κονάκια τους μέσα στα σκοτίδια και με πρόσθετο βάρος το κρασί το τσίπουρο και το ούζο χύμα της μπουκάλας πολλές φορές είχαν και απρόσμενα συμβάντα… Το καφενείο ήταν η καρδιά και βέβαια σε συνδυασμό με την εκκλησιά και το σχολείο αποτελούσαν την τριάδα ζωντάνιας. Περνώντας τα χρόνια η τριάδα αυτή άρχισε να ξεφτίζει και η αρχή γινόταν με το κλείσιμο του σχολείου ελλείψει παιδιών, ακολουθούσε η εκκλησία συνήθως με την εκδημία του παπά του χωριού και τελευταίο μετερίζι παρέμενε το καφενείο ώσπου και αυτό με την αποψίλωση και την ερημοποίηση που συντελέστηκε τις τελευταίες δεκαετίες ακολούθησε την μοίρα των άλλων δύο δομών. Το τέλος της κοινωνικής ζωής και το τέλος των χωριών συντελέστηκε οριστικά με το κλείσιμο του τελευταίου καφενείου. Χωριά χωρίς καφενείο και μετά την κατάργηση και των κοινοτήτων που επίσης συγκρατούσαν την κατάρρευση απέμειναν έρημα και μετατράπηκαν από χωριά σε χώρους μέχρι να φύγουν και οι ελάχιστοι εναπομείναντες γέροι και να γίνουν χωριά φαντάσματα…

Κλείνοντας αυτή την μικρή αναφορά δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω τα καφενεία της γενέτειρας κωμόπολης της Σπερχειάδας που τα καφενεία της ήταν και πιο πολλά και πιο μεγάλα και πιο λαμπερά αφού είχαν τον αέρα του κέντρου!! Από τον πάτο του κεντρικού δρόμου στην κάτω γειτονιά είχαμε το καφενείο του Αδάμ Παπακωνσταντίνου, και λίγο πιο πάνω τα καφενεία του Τσιάκα, του Παπαδήμα, του Δανιήλ, του Βλαχογιάννη, του Πολύζου, του Ποταμιά, του Μαγουλά πιο πάνω στον κεντρικό δρόμο, του Μακρή και του Κοκκαλιά στην πλατεία, του Κάντζου, του Σκούρα, του Μανίκα και του Καραμπάτσου στα Κουφόδεντρα ( συγχωρέστε με αν ξεχνώ κάποιο δεδομένης και της ηλικίας…). Από αυτά σήμερα διασώζεται μόνο του Τσιάκα με άλλη διεύθυνση. Τα υπόλοιπα έκλεισαν τον κύκλο τους και αντικαταστάθηκαν στο διάβα του χρόνου από τις καφετέριες.

Το τέλος του καφενείου υπήρξε και το τέλος μιας εποχής, ενός τρόπου ζωής και αν θέλετε και ενός κοινωνικού ήθους που σήμερα τόσο πολύ μας λείπει…”

Δες επίσης

Συνέχιση της λειτουργίας του Κέντρου Κοινότητας Δήμου Αμφίκλειας – Ελάτειας

Η ενημέρωση από τον Δήμο Αμφίκλειας-Ελάτειας: Συνέχιση Λειτουργίας Κέντρου Κοινότητας Δήμου Αμφίκλειας – Ελάτειας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *