Είναι το «μονόχορδο του καλοκαιριού», που επενδύει ρυθμικά και μονότονα τα soundtrack των καλοκαιριών μας από καταβολής κόσμου.
Στην αρχαία Ελλάδα είχε το όνομα «τέττιξ», και οι αρχαίοι Αθηναίοι, στα θρυλικά τους συμπόσια, κοσμούσαν με χρυσά τζιτζίκια τα μαλλιά τους. Ίσως ήθελαν μέσα στην ευδαιμονία του συμποσίου, μέσα στη χαρά της ζωής, να δείξουν το σεβασμό τους στις χθόνιες δυνάμεις και τις εφήμερες μορφές της ζωής.
«Ο τζιτζιγκας και ο μέρμηγκας»
Κι όμως, ενώ το τζιτζίκι είναι για εμάς κάτι οικείο και καθημερινό, δεν ξέρουμε και πολλά πράγματα για δαύτο.
Ή μάλλον ξέρουμε εκείνο τον αμφίβολης προέλευσης μύθο του «Μέρμηγκα και του Τζίτζικα», όπου ο τζίτζικας εμφανίζεται ως ο επιπόλαιος τροβαδούρος του καλοκαιριού, που ξοδεύει το χρόνο του τραγουδώντας, την ώρα που ο μέρμηγκας εργάζεται πυρετωδώς, μαζεύοντας προμήθειες για τον επερχόμενο χειμώνα.
Στο τέλος ο τζίτζικας χτυπά την πόρτα του μέρμηγκα ζητώντας απελπισμένα βοήθεια, αλλά ο μοχθηρός μέρμηγκας τον αφήνει να πεθάνει της πείνας.
Παρόλα αυτά, τα μικρά παιδιά από μικρά αμφισβητούσαν αυτό το μύθο αφού συχνά εύρισκαν αποξηραμένα τζιτζίκια πάνω στα δέντρα, ενώ ήταν ακόμη καλοκαίρι…
Υπάρχει όμως και ο εναλλακτικός μύθος του τζίτζικα, που λέει ότι όταν χειμώνιασε και πήγε να ζητήσει βοήθεια από τον μέρμηγκα, εκείνος του είπε:
«Όταν εγώ δούλευα σκληρά όλο το καλοκαίρι, εσύ με το τραγούδι σου γλύκαινες το μόχθο μου κι αλάφρωνες το βάρος που κουβαλούσα, γι’ αυτό πέρνα μέσα να ζεσταθείς και να σου δώσω λίγο ψωμάκι».
Η άγνωστη ζωή του πραγματικου τζίτζικα
Προσωπικά πιστεύω ότι η ζωή του τζίτζικα είναι το ίδιο παράξενη και χθόνια.
Ο τζίτζικας λοιπόν, περνά 17 χρόνια κάτω από τη γη, και μια ανοιξιάτικη νύχτα αφυπνίζεται και βγαίνει στην επιφάνεια, κι ανεβαίνει στα δέντρα μαζί με τους όμοιούς του κατά εκατομμύρια.
Fonografos.net Ειδησεογραφικό portal Φθιώτιδας και Κεντρικής Ελλάδας




