Περισσότερες από έξι δεκαετίες μετά τον θάνατο της Μέριλιν Μονρόε, το σπίτι στο οποίο πέρασε τους τελευταίους μήνες της ζωής της βρίσκεται στο επίκεντρο μιας έντονης δικαστικής διαμάχης.
Η κατοικία, στην περιοχή Μπρέντγουντ του Λος Άντζελες, ήταν το πρώτο και μοναδικό σπίτι που αγόρασε η ίδια η ηθοποιός. Εκεί βρέθηκε νεκρή, στο υπνοδωμάτιό της, τις πρώτες πρωινές ώρες της 5ης Αυγούστου 1962, σε ηλικία 36 ετών.
Το ακίνητο παραμένει όρθιο, όμως η τύχη του δεν έχει κριθεί οριστικά. Οι σημερινοί ιδιοκτήτες επιδιώκουν την κατεδάφισή του, ενώ οι δημοτικές αρχές του Λος Άντζελες επιχειρούν να διατηρήσουν έναν από τους ελάχιστους χώρους που συνδέονται άμεσα με τη ζωή της σταρ.
Το μοναδικό σπίτι που αγόρασε μόνη της
Η Μέριλιν Μονρόε αγόρασε την κατοικία στις αρχές του 1962, λίγο μετά το τέλος του γάμου της με τον τρίτο σύζυγό της, Άρθουρ Μίλερ. Το τίμημα ανερχόταν τότε σε 77.500 δολάρια. Χτισμένο το 1929, το σπίτι διέθετε τέσσερα υπνοδωμάτια, τρία μπάνια, ξύλινα δοκάρια στην οροφή, δάπεδα από τερακότα, τζάκι επενδυμένο με πλακάκια, κήπο, πισίνα κ.ά.
Σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του Τμήματος Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Λος Άντζελες, η αγορά του σπιτιού σηματοδότησε για την ηθοποιό μια νέα περίοδο προσωπικής και οικονομικής ανεξαρτησίας. Παρά τις μεταγενέστερες επεμβάσεις, έχουν διατηρηθεί κάποια αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως οι καμάρες, τα ξύλινα δοκάρια και τα δάπεδα.
Η επιγραφή με τον τραγικό συμβολισμό
Στην είσοδο της κατοικίας βρίσκεται η λατινική επιγραφή «Cursum Perficio», η οποία αποδίδεται ως «εδώ τελειώνει το ταξίδι μου». Η επιγραφή προϋπήρχε της αγοράς του σπιτιού από τη Μονρόε, ωστόσο μετά τον θάνατό της απέκτησε έναν ανατριχιαστικό συμβολισμό. Λίγους μήνες αφότου εγκαταστάθηκε εκεί, η ηθοποιός βρέθηκε νεκρή από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών.
Η ίδια είχε ταξιδέψει στο Μεξικό προκειμένου να επιλέξει έπιπλα, φωτιστικά, πλακάκια και διακοσμητικά αντικείμενα, θέλοντας να διαμορφώσει την κατοικία σύμφωνα με το προσωπικό της γούστο.
Σε συνέντευξή της στο περιοδικό «Life», λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό της, είχε μιλήσει για την επιθυμία της να δημιουργήσει έναν ξενώνα για φίλους που αντιμετώπιζαν δυσκολίες, ώστε να μπορούν να μένουν εκεί μέχρι να βελτιωθεί η κατάστασή τους.
Η αγορά των 8,35 εκατ. δολαρίων
Το σπίτι άλλαξε αρκετούς ιδιοκτήτες στο πέρασμα των δεκαετιών και υπέστη σειρά ανακαινίσεων. Το 2023 αγοράστηκε έναντι 8,35 εκατ. δολαρίων από την επιχειρηματία Μπρίνα Μίλσταϊν και τον σύζυγό της, τηλεοπτικό παραγωγό Ρόι Μπανκ, οι οποίοι διαθέτουν και τη γειτονική ιδιοκτησία.
Το ζευγάρι σχεδίαζε να κατεδαφίσει το κτίριο και να ανεγείρει μια νέα, σύγχρονη κατοικία. Αρχικά εξασφάλισε τις απαιτούμενες άδειες, όμως η δημοσιοποίηση των σχεδίων προκάλεσε αντιδράσεις από θαυμαστές της Μονρόε και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην προστασία ιστορικών κτιρίων.
Το Δημοτικό Συμβούλιο σταμάτησε την κατεδάφιση
Μία ημέρα μετά την έκδοση της άδειας κατεδάφισης, το Δημοτικό Συμβούλιο του Λος Άντζελες ξεκίνησε τη διαδικασία για την προστασία της κατοικίας. Τον Ιούνιο του 2024, το σπίτι χαρακτηρίστηκε επισήμως Ιστορικό-Πολιτιστικό Μνημείο της πόλης. Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί να κατεδαφιστεί ή να υποστεί σημαντικές αλλαγές χωρίς προηγούμενο έλεγχο και έγκριση των αρμόδιων αρχών.
Η απόφαση στηρίχθηκε κυρίως στη σύνδεση του ακινήτου με τη Μέριλιν Μονρόε και όχι αποκλειστικά στην αρχιτεκτονική του αξία. Η πόλη υποστήριξε ότι πρόκειται για τη μοναδική κατοικία που αγόρασε η ηθοποιός και για έναν χώρο που συμβολίζει την προσπάθειά της να αποκτήσει ανεξαρτησία και μια σταθερή προσωπική ζωή.
Η δικαστική μάχη των ιδιοκτητών
Τον Ιανουάριο του 2026, η Μίλσταϊν και ο Μπανκ κατέθεσαν ομοσπονδιακή αγωγή εναντίον της πόλης του Λος Άντζελες και της δημάρχου Κάρεν Μπας. Οι ιδιοκτήτες υποστηρίζουν ότι ο χαρακτηρισμός του σπιτιού ως ιστορικού μνημείου ισοδυναμεί με αντισυνταγματική δέσμευση της περιουσίας τους χωρίς αποζημίωση. Κατά την άποψή τους, εφόσον η πόλη επιθυμεί να διατηρήσει το ακίνητο ως δημόσιο σύμβολο, δεν μπορεί να υποχρεώνει ιδιώτες να επωμίζονται μόνοι τους το κόστος συντήρησης και προστασίας του.
Στις 6 Μαΐου 2026, ο ομοσπονδιακός δικαστής, Πέρσι Άντερσον, απέρριψε την αρχική αγωγή, κρίνοντας ότι οι ιδιοκτήτες δεν είχαν παρουσιάσει επαρκή στοιχεία για να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό περί αντισυνταγματικής απαλλοτρίωσης.
Το δικαστήριο επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποδείχθηκε πως οι δημοτικές αρχές επέτρεψαν ή ενθάρρυναν την είσοδο του κοινού στην ιδιωτική κατοικία. Παράλληλα, έκρινε ανεπαρκή τα στοιχεία που παρουσίασαν οι ιδιοκτήτες σχετικά με την οικονομική ζημία και την υποτιθέμενη απώλεια της αξίας του ακινήτου.
Η απόφαση, ωστόσο, δεν έβαλε τέλος στην υπόθεση. Ο δικαστής επέτρεψε στους ιδιοκτήτες να επανέλθουν με τροποποιημένη αγωγή, την οποία κατέθεσαν στις 26 Μαΐου. Στις 17 Ιουλίου, η πόλη του Λος Άντζελες ζήτησε εκ νέου την απόρριψη της υπόθεσης. Η πλευρά των ιδιοκτητών αναμένεται να καταθέσει την απάντησή της έως τις 21 Αυγούστου, ενώ η συζήτηση του νέου αιτήματος έχει προγραμματιστεί για τις 28 Σεπτεμβρίου 2026. Μέχρι τότε, η κατοικία παραμένει προστατευόμενο ιστορικό μνημείο και δεν μπορεί να κατεδαφιστεί χωρίς την έγκριση των αρμόδιων αρχών.
___________
Πηγή: skai.gr
Fonografos.net Ειδησεογραφικό portal Φθιώτιδας και Κεντρικής Ελλάδας



