Η τοποθέτηση Χρήστου Σταϊκούρα στην παρουσίαση του βιβλίου του Ευθύμιου Γκούμα «Χρόνε, στάσου»
Ο Βουλευτής Φθιώτιδας της Νέας Δημοκρατίας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, συμμετείχε 6/6/2026 , στον Δομοκό, ως ομιλητής στην παρουσίαση του βιβλίου του Διευθυντή Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Φθιώτιδας, Ευθύμιου Γκούμα «Χρόνε στάσου», με τον Δήμαρχο Δομοκού κ. Χαράλαμπο Λιόλιο.
Την εκδήλωση συντόνισε η Προϊσταμένη Εκπαιδευτικών θεμάτων Φθιώτιδας κ. Γεωργία Λάττα.
Κατά την παρουσίαση του βιβλίου, ο κ. Σταϊκούρας ανέφερε:
“«Το βιβλίο “Χρόνε, στάσου” δεν αποτελεί απλώς μια καταγραφή αναμνήσεων, ούτε μια νοσταλγική αναδρομή στο παρελθόν. Μέσα από βιώματα, εικόνες και μικρές ιστορίες της καθημερινότητας, ο συγγραφέας κατορθώνει να μετατρέψει την προσωπική μνήμη σε συλλογική εμπειρία. Ανακαλεί έναν κόσμο σχέσεων, γειτονιάς, αυθεντικής επικοινωνίας και ανθρώπινης εγγύτητας, χωρίς να εξιδανικεύει το παρελθόν ή να δαιμονοποιεί το παρόν.
Ταυτόχρονα, το βιβλίο θέτει με διακριτικό, αλλά ουσιαστικό τρόπο, ερωτήματα για τον σύγχρονο τρόπο ζωής, την ταχύτητα της εποχής μας, την απομάκρυνση από όσα πραγματικά έχουν αξία και για την ανάγκη να διατηρούμε ζωντανή τη μνήμη, ως στοιχείο της προσωπικής και συλλογικής μας ταυτότητας.
Τελικά, το “Χρόνε, στάσου” δεν μας καλεί απλώς να θυμηθούμε. Μας καλεί να ξανασυναντήσουμε κομμάτια του εαυτού μας που ίσως έχουμε αφήσει πίσω, να αναλογιστούμε τη διαδρομή μας και να κατανοήσουμε καλύτερα ποιοι είμαστε σήμερα.
Και αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη αξία και η πιο ουσιαστική προσφορά του βιβλίου.»
Ακολουθεί ολόκληρη η τοποθέτηση του κ. Σταϊκούρα:
Φίλες και Φίλοι,
Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζουμε για να μάθουμε μια ιστορία.
Υπάρχουν άλλα που τα διαβάζουμε για να γνωρίσουμε έναν άνθρωπο.
Και υπάρχουν και κάποια, σπάνια βιβλία που, ενώ ξεκινούν από τη ζωή ενός ανθρώπου, καταλήγουν να φωτίζουν τη ζωή όλων μας.
Ένα τέτοιο βιβλίο είναι, πιστεύω, αυτό που σήμερα παρουσιάζεται, του Ευθύμιου Γκούμα.
Ο τίτλος από μόνος του μοιάζει με μια βαθιά ανθρώπινη επίκληση.
«Χρόνε, στάσου»
Ποιος δεν το έχει σκεφτεί κάποια στιγμή;
Ποιος δεν θέλησε να κρατήσει λίγο ακόμη μια στιγμή ευτυχίας, μια εποχή αθωότητας, έναν κόσμο που απομακρύνεται;
Ο χρόνος, βέβαια, δεν σταματά ποτέ.
Κι ίσως γι’ αυτό ακριβώς γεννιέται η ανάγκη της μνήμης.
Γιατί όπως λέει ο συγγραφέας:
«Μεγαλώσαμε, εξελιχθήκαμε, προχωρήσαμε, προοδεύσαμε. Αποκατασταθήκαμε, κάναμε οικογένεια, παιδιά, δουλέψαμε, δουλεύουμε. Ποτέ δεν ξεχάσαμε όμως την καταγωγή μας, την ανατροφή μας, την πετριά μας. Πόσες φορές δεν βουτήξαμε πίσω στις μνήμες μας. Τις δικές μας μνήμες, και όχι του υπολογιστή ή του κινητού. Χιλιάδες οι εικόνες, οι στιγμές που ζήσαμε, που αποτυπώσαμε, που χαράξαμε. Όλες, ενεργές πληροφορίες στο σκληρό δίσκο του μυαλού μας, στιγμές που μας καθόρισαν, που μας σημάδεψαν, που μας διαμόρφωσαν.»
Φίλες και Φίλοι,
Το βιβλίο είναι βαθιά νοσταλγικό και βιωματικό.
Μοιράζεται μαζί μας θύμησες της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας, από τη συνάθροιση στην Εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, το διθέσιο Δημοτικό Σχολείο Κομποτάδων με τους 60 – τότε – μαθητές, το 6ο Γυμνάσιο και το 4ο Λύκειο Λαμίας, το Γαλλικό Ινστιτούτο στη Λαμία, τα βιβλία της εποχής – όπως το Αναγνωστικό, τα «Ψηλά Βουνά» του Παπαντωνίου και η μπλε Γραμματική του Τριανταφυλλίδη, την ποδοσφαιρική ομάδα Εθνικός Κομποτάδων, την Πλατεία Κομποτάδων με τα δύο καφενεία, τις 7 Βρύσες, το Αστυνομικό Τμήμα, τον φούρνο, το «νυφοπάζαρο» στο δρόμο προς τις Μεξιάτες, τον πλανόδιο κινηματογράφο, το πανηγύρι στις Κομποτάδες με Κιτσάκη, Τσαούση και Φιλιώ Πυργάκη, τα ζαχαροπλαστεία των Λουτρών Υπάτης, τον Σπερχειό, την Οίτη, τη Λούκα, τη θάλασσα της Αγίας Μαρίνας και του Καραβόμυλου, το Λυχνό, την Ιερά Μονή Αγάθωνος, το μπιλιαρδάδικο, τον κινηματογράφο Απόλλων, το δασάκι του Αγίου Λουκά, το Δημοτικό Θέατρο, και πολλά άλλα τοπόσημα εκείνης της εποχής.
Μοιράζεται μαζί μας στιγμές και εικόνες, μεταξύ άλλων από τις βίτσες, τα παρατσούκλια, την κόκκινη χρωμοβαφή Ανατολή για τα πασχαλινά αυγά, τους μαχαλάδες, τον ξύλινο μακρύ χάρακα ως εργαλείο συμμόρφωσης των μαθητών επιβεβαιώνοντας το ρητό ότι «όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος», το πράσινο σαπούνι ως το άοσμο και υγιεινό αφρόλουτρο της εποχής, τα δύο κανάλια στην τηλεόραση της εποχής, το ψυγείο Eskimo, τον λαχανόκηπο, το κοτέτσι, το ζυμωτό ψωμί, τον μπακλαβά, τα Μίκυ Μάους, τη λότζα, την μπαμπανέτσα, τα «ποτήρια» ως ιατρικά εργαλεία για τις «βεντούζες», τις ξόβεργες, την κιθάρα για καντάδες, το τσιγάρο ως αίσθημα μαγκιάς, τη Μαρία, τον κουμπαρά, τα γαριδάκια «Μπόζο», το πρώτο κασετόφωνο, το πρώτο μεθύσι, τα σεμεδάκια, το πρώτο μεροκάματο ως σερβιτόρος στα πανηγύρια, το πρώτο αυτοκίνητο, τις εργασίες στο χωράφι με τις ελιές, τα κάλαντα στις γιορτές, τα μασκαρέματα, τη δημιουργία του χαρταετού, και πολλά ακόμη βιώματα.
Δεν πρόκειται, όμως, απλώς για μια αφήγηση αναμνήσεων, με την έννοια μιας απλής αναπόλησης του παρελθόντος.
Πρόκειται για μια λογοτεχνική αναδρομή στην παιδική και την εφηβική ηλικία, που κατορθώνει να μετατρέψει το προσωπικό βίωμα σε συλλογική εμπειρία.
Μέσα από μικρές ιστορίες, εικόνες καθημερινότητας, σχολικές αυλές, γειτονιές, καλοκαίρια, παρέες, οικογενειακές στιγμές και πρώτους έρωτες, ο συγγραφέας χτίζει έναν κόσμο που πολλοί από εμάς αναγνωρίζουμε.
Ανάμεσα στους πολλούς αναγνώστες που θα αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στις σελίδες αυτές, βρίσκομαι και εγώ.
Στα Αλεπόσπιτα και στην Άμπλιανη βρήκα τις δικές μου αναμνήσεις…
Με τους ποδοσφαιρικούς αγώνες παλαιμάχων και νέων, τα μουσικά «μπουλούκια» της Μεγάλης Παρασκευής, το χειροκίνητο γύρισμα της σούβλας, τον πάνω και κάτω μαχαλά, τα καφενεία με τη δηλωτή, τις κρέμες καραμελέ κ.ά.
Και αυτό είναι, ίσως, ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του βιβλίου: η προσωπική μνήμη γίνεται κοινός τόπος συγκίνησης.
Φίλες και Φίλοι,
Το βιβλίο επιτυγχάνει και έναν δεύτερο στόχο.
Μέσα από το χιούμορ του συγγραφέα, τον αυτοσαρκασμό, την τρυφερότητα, την αμεσότητα, την ειλικρίνεια, την ανθρώπινη ζεστασιά που αποπνέει, τις μικρές – συχνά παραμελημένες – όψεις της ζωής, αναδύεται η σημασία των στιγμών.
Διαβάζοντας, αισθάνεται κανείς ότι δεν ακούει έναν συγγραφέα που αφηγείται, αλλά έναν άνθρωπο που μοιράζεται μαζί μας στιγμές.
Και το κάνει αυτό με τρόπο ήπιο, αβίαστο, χωρίς συναισθηματικούς εκβιασμούς.
«Έγραψα κάπου [υποστηρίζει ο Μάκης], σε κάποια, κάποτε, πως η ζωή μας είναι ένας δίσκος βινυλίου. Κάθε του αυλακιά χαράζεται από τις στιγμές που ζούμε, που βιώνουμε. Και κάθε φορά που περνά η βελόνα της ζωής μας, αφήνει ήχους, νότες, μουσική. Όταν θυμάσαι και πισωγυρνάς, πέφτει και η βελόνα και αρχίζει η μουσική. Χαρούμενη ή θλιβερή είναι καλό, σημαίνει ότι έζησες!»
Ο συγγραφέας μάς θυμίζει ότι η ζωή, τελικά, δεν αποτελείται από τα μεγάλα γεγονότα, αλλά από τις μικρές στιγμές που μένουν μέσα μας: μια φωνή, μια αυλή σχολείου, ένα καλοκαιρινό βράδυ, μια φιλία, μια οικογενειακή συνήθεια, μια γειτονιά που χάθηκε.
Άλλωστε και η ευχή που μου έγραψε ο Μάκης – αν μπορώ να την μοιραστώ μαζί σας – όταν μου έδωσε το βιβλίο του ήταν: «να ταξιδεύεις στο χρόνο, και να στέκεσαι σε όμορφες στιγμές…»
Μάκη, στην ανταποδίδω!
Φίλες και Φίλοι,
Υπάρχει, όμως, και μια τρίτη διάσταση του βιβλίου, ίσως η πιο επίκαιρη.
Το «Χρόνε, στάσου» δεν λειτουργεί μόνο νοσταλγικά, δεν λέει απλώς «θυμάμαι τα παλιά».
Υπονοεί και κάτι βαθύτερο: μια ήρεμη αλλά ουσιαστική αντίσταση απέναντι στη φθορά της σύγχρονης ζωής, απέναντι στην ταχύτητα, στην αποξένωση, στην ψευδαίσθηση μιας προόδου που συχνά μας απομακρύνει από τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ο συγγραφέας αντιπαραβάλλει δύο εποχές.
Από τη μία πλευρά, μια εποχή σχέσεων, γειτονιάς και βιωμένης εμπειρίας.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει:
«Μια [εποχή και μια] ζωή στα όρια και … στα περιθώρια! Αναζήτηση και διερεύνηση μέχρι που μπορούμε να φτάσουμε, αγνοώντας κινδύνους, κανόνες και ηθική. Ένα μυαλό σε διαρκή κίνηση να ψάχνει, να εφευρίσκει, να στήνει, να δημιουργεί. Από το τίποτα και από το πουθενά. Δεν θυμάμαι ούτε μία ημέρα ανούσια, άχρωμη, άγευστη, άμορφη! Τα καλύτερά μας χρόνια! Με έντονα συναισθήματα, μπόλικη χαρά, μπόλικη λύπη, όλα στο μπόλικο και στο πολύ. Και όλες οι σκανταλιές, έγχρωμες πινελιές, στο κάδρο της ζωής μας!».
Και από την άλλη πλευρά, μια εποχή ψηφιακής επικοινωνίας αλλά συναισθηματικής μοναξιάς.
«Βαπτίσαμε [υποστηρίζει ο Μάκης] στέρηση την κάθε υπερβολή. Έκπτωση παντού. Καμία αυτοαξιολόγηση, καμία αυτοκριτική, καμία αναθεώρηση απόψεων και τρόπου ζωής. Τότε, μακραίναμε το χρόνο, προσθέταμε λεπτά στην ώρα, ώρα στην ημέρα, ημέρες στα χρόνια μας, ουσία στη ζωή μας. Εκτιμούσαμε το ελάχιστο, το λίγο, το αρκετό, το πολύ.»
Και προσθέτει:
«Δυστυχώς σήμερα, η μόνη κρίση είναι η κρίση των αξιών. Γεμίσαμε υλικά, αδειάσαμε πνευματικά, στερέψαμε ψυχικά. Ψάχνουμε την εύκολη λύση, αντί για την επεξεργασία και την ανάλυση. Δικτυωθήκαμε επικοινωνιακά και απομονωθήκαμε κοινωνικά. Οι γενιές του μέλλοντος βλέπουν το ηλιοβασίλεμα στην οθόνη και όχι στον ήλιο που δύει δίπλα τους, φωτογραφίζονται όχι για να θυμούνται αλλά για να ανεβάσουν φωτογραφίες στον ιστό της ψηφιακής αράχνης.»
Ο Μάκης αντιπαραβάλλει τις δύο εποχές, χωρίς διδακτισμό.
Δεν εξιδανικεύει αφελώς το παρελθόν, ούτε ισχυρίζεται ότι όλα ήταν καλύτερα.
Επιτυγχάνει, όμως, τον στόχο που έχει θέσει για τα παιδιά του: να κρίνουν, να συγκρίνουν, να διακρίνουν, να μάθουν, να γνωρίσουν, να καταλάβουν.
Φίλες και Φίλοι,
Κλείνοντας, θα έλεγα ότι το «Χρόνε, στάσου» δεν μας καλεί απλώς να θυμηθούμε το παρελθόν.
Μας καλεί να ξανασυναντήσουμε κομμάτια του εαυτού μας που ίσως είχαμε αφήσει πίσω.
Μας καλεί να θυμηθούμε ποιοι ήμασταν, για να καταλάβουμε καλύτερα ποιοι είμαστε σήμερα.
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το μεγαλύτερο δώρο αυτού του βιβλίου.
Μάκη, σε ευχαριστούμε για τις μνήμες, τις εικόνες και τα συναισθήματα που μοιράστηκες μαζί μας.
Σας ευχαριστώ.”
Fonografos.net Ειδησεογραφικό portal Φθιώτιδας και Κεντρικής Ελλάδας





